
🌩️ Δημήτρης Μπόγρης- Το Μπουρίνι - Όταν το πάθος σαρώνει τη σιωπή
Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργαShow Notes
Ένα επαρχιακό σπίτι, τακτοποιημένο σαν να μην το άγγιξε ποτέ η αταξία της επιθυμίας, παραδίδεται ξαφνικά στη θύελλα. Η Νόρα εισβάλλει στη ζωή του σαν θερμός άνεμος που αναστατώνει σώματα, συνειδήσεις και βεβαιότητες. Στο Μπουρίνι του Δημήτρη Μπόγρη, η καταιγίδα δεν ξεσπά μόνο στον ουρανό· γεννιέται μέσα στον άνθρωπο, εκεί όπου το καθήκον συγκρούεται με το πάθος και η σιωπή γίνεται επικίνδυνη. Γραμμένο και πρωτοπαρουσιασμένο στα μέσα της δεκαετίας του 1930, το Μπουρίνι ανήκει στην ισχυρή παράδοση της νεοελληνικής ηθογραφίας, χωρίς να περιορίζεται στη γραφική απεικόνιση μιας επαρχιακής ζωής. Ο Δημήτρης Μπόγρης χρησιμοποιεί το κλειστό κοινωνικό περιβάλλον ως δραματικό εργαστήριο. Μέσα του εξετάζει την επιθυμία, την καταπίεση, την οικογενειακή εξουσία και τον φόβο απέναντι στην κοινή γνώμη. Η ιστορία εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού στο ήρεμο σπιτικό του επαρχιώτη φαρμακοποιού Φούτση. Η φαινομενική τάξη διαταράσσεται με την άφιξη της Νόρας, της νεαρής ανιψιάς από την πόλη. Όμορφη, ζωντανή και γοητευτική, η Νόρα δεν χρειάζεται να οργανώσει καμία ανατροπή. Αρκεί η παρουσία της. Η διαφορετικότητά της αποκαλύπτει όσα το σπίτι είχε μάθει να σκεπάζει κάτω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο Κώστας, γιος του φαρμακοποιού, έλκεται από εκείνη με την ορμή ανθρώπου που ανακαλύπτει ξαφνικά μια άλλη δυνατότητα ζωής. Το συναίσθημά του δεν αποτελεί μονάχα ερωτικό σκίρτημα. Είναι εξέγερση απέναντι σε μια προκαθορισμένη ύπαρξη, μια απόπειρα να ξεφύγει από τον ασφυκτικό ρόλο του υπάκουου γιου. Η Νόρα αντιπροσωπεύει για εκείνον την ελευθερία, αλλά ίσως και την αυταπάτη της. Δεν ερωτεύεται μόνο τη γυναίκα· ερωτεύεται όσα νομίζει ότι θα μπορούσε να γίνει κοντά της. Η ίδια η Νόρα παραμένει η πιο αμφίσημη δύναμη του έργου. Φέρνει τον αέρα της πόλης σε έναν κόσμο όπου κάθε βλέμμα παρακολουθεί και κάθε ψίθυρος μετατρέπεται σε ετυμηγορία. Η γοητεία της μπορεί να εκληφθεί ως υπόσχεση χειραφέτησης, αλλά και ως ασυνείδητη πρόκληση. Δεν παρουσιάζεται αναγκαστικά ως μοιραία γυναίκα που καταστρέφει μια οικογένεια. Μοιάζει περισσότερο με καταλύτη που κάνει ορατή μια ήδη υπάρχουσα κρίση. Το μπουρίνι δεν το δημιουργεί η Νόρα. Απλώς αφαιρεί τη στέγη που προστάτευε τις οικογενειακές ψευδαισθήσεις. Ο Φούτσης εκπροσωπεί έναν κόσμο που στηρίζεται στην τάξη, στην αξιοπρέπεια και στην κοινωνική υπόληψη. Ως πατέρας και οικογενειάρχης, υπερασπίζεται ένα σύστημα αξιών που υπόσχεται ασφάλεια, απαιτώντας όμως βαρύ αντάλλαγμα: την υποταγή της προσωπικής επιθυμίας. Πίσω από την αυστηρότητά του διακρίνεται ο φόβος. Αν οι νέοι ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, τότε ολόκληρη η πατρική εξουσία κινδυνεύει να αποδειχθεί εύθραυστη. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, η οικογένεια δεν αποτελούσε μόνο χώρο συναισθηματικών δεσμών. Ήταν οικονομικός μηχανισμός, φορέας τιμής και θεσμός κοινωνικού ελέγχου. Ο έρωτας όφειλε συχνά να υποχωρεί μπροστά στη συγγένεια, στην περιουσία, στον συμφέροντα γάμο και στη φήμη. Ιδιαίτερα η γυναίκα βρισκόταν παγιδευμένη ανάμεσα στην προσωπική της βούληση και στην ηθική επιτήρηση μιας ολόκληρης κοινότητας. Ο Μπόγρης αποτυπώνει αυτή την πραγματικότητα χωρίς να μετατρέπει τους χαρακτήρες του σε άψυχα κοινωνικά σύμβολα. Το μπουρίνι γίνεται έτσι διπλό. Είναι το ξαφνικό φυσικό φαινόμενο που αναστατώνει έναν τόπο εξαρτημένο από τις διαθέσεις της θάλασσας, αλλά συγχρόνως η ψυχική καταιγίδα που συντρίβει την επίφαση της γαλήνης. Όπως η θάλασσα δεν διαπραγματεύεται με τον άνθρωπο, έτσι και το καταπιεσμένο πάθος δεν υπακούει για πάντα στις εντολές της λογικής. Εδώ βρίσκεται, κατά τη δική μου ματιά, η διαχρονική δύναμη του έργου. Και σήμερα εξακολουθούμε να οικοδομούμε τακτοποιημένες ζωές, ενώ στο εσωτερικό τους συσσωρεύονται ανείπωτες ανάγκες. Φοβόμαστε λιγότερο ίσως το χωριό, αλλά περισσότερο την έκθεση, την απόρριψη και την κατάρρευση της εικόνας που δημιουργήσαμε για τον εαυτό μας. Το Μπουρίνι δεν εξυμνεί άκριτα το πάθος ούτε αγιοποιεί την καταπίεση. Μας προειδοποιεί πως ό,τι δεν βρίσκει λέξεις, κάποτε θα αναζητήσει βίαιη έξοδο. Μετά την καταιγίδα, το ερώτημα δεν
More from Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα
Η ηλεκτρική καρέκλα περιμένει, αλλά το εμπόριο έχει ακόμη δουλειές. Ένας μελλοθάνατος μπορεί να αποδειχθεί πολυτιμότερος ζωντανός, αρκεί να παραδίδει εγκαίρως το επόμενο κεφάλαιο. Στον «Διάσημο 702» του Αλεξάνδρου Μιροντάν, η αναστολή της εκτέλεσης αποκτά τη μορφή εκδοτικού συμβολαίου. Κι έτσι αρχίζει μια κωμωδία που κάνει το γέλιο να αισθάνεται συνένοχο. Ο Σάντμαν περιμένει τον θάνατο όταν ένας εκδότης ανακαλύπτει στην καταδίκη του μια θαυμάσια επιχειρηματική ευκαιρία. Τα απομνημονεύματα ενός γκάνγκστερ υπόσχονται πωλήσεις· η επικείμενη εκτέλεσή του εγγυάται δημοσιότητα. Η συμφωνία φαίνεται σωτήρια: εκείνος θα γράφει κι ο εκδοτικός μηχανισμός θα εξασφαλίζει χρόνο. Μόνο που ο χρόνος αυτός δεν του ανήκει. Είναι προκαταβολή έναντι μελλοντικών εισπράξεων. Το κελί μετατρέπεται σε εργαστήριο παραγωγής συγκίνησης και ο άνθρωπος σε περιζήτητη πρώτη ύλη. Ο αριθμός του τίτλου συμπυκνώνει ολόκληρη τη σάτιρα. Η φυλακή αφαιρεί το όνομα για να καταχωρίσει έναν κρατούμενο· η διαφήμιση διατηρεί τον αριθμό για να κατασκευάσει μια επωνυμία. Η φαινομενική αναβάθμιση από κατάδικο σε διασημότητα κρύβει την ίδια υποτίμηση του προσώπου. Ο Σάντμαν γίνεται πασίγνωστος χωρίς να γίνεται πραγματικά ορατός. Όλοι μιλούν γι’ αυτόν, ελάχιστοι ενδιαφέρονται να τον ακούσουν. Η κωμική υπερβολή αποκτά εδώ ακρίβεια χειρουργικού εργαλείου. Η ψυχολογική του μεταμόρφωση αποτελεί τον ουσιαστικό άξονα του έργου. Αρχικά συναινεί από φόβο και δίψα επιβίωσης. Τα προνόμια μοιάζουν με αποκατάσταση μιας ύπαρξης μαθημένης στη βία. Η γραφή, όμως, δημιουργεί κάτι που οι χρηματοδότες της δεν υπολόγισαν: συνείδηση. Αναζητώντας λέξεις, ο κρατούμενος αρχίζει να αναλαμβάνει την ευθύνη της φωνής του. Η αλλαγή αυτή δεν διαγράφει το εγκληματικό παρελθόν του. Θεμελιώνει, ωστόσο, το δικαίωμά του να μην εξαντλείται σε αυτό. Εκεί βρίσκεται η ανθρωπιστική δύναμη της σάτιρας. Ο εκδότης αντιπροσωπεύει μια εξουσία περισσότερο τρομακτική από την απροκάλυπτη αγριότητα: τον κυνισμό που έχει αποκτήσει επαγγελματικούς τρόπους. Δεν χρειάζεται να μισεί τον Σάντμαν. Αρκεί να υπολογίζει την απόδοσή του. Η πατρωνία του απαιτεί υπακοή, ενώ η υποτιθέμενη σωτηρία προϋποθέτει διαρκή αυτοπροδοσία. Απέναντί του, η Ντιάνα εισάγει τη δυνατότητα μιας σχέσης χωρίς εμπορικό αντίτιμο. Η παρουσία της επιτρέπει στον κρατούμενο να υπάρξει ως πρόσωπο που επιθυμεί, φοβάται και αγαπά. Έτσι, η τρυφερότητα αποκτά πολιτικό βάρος. Το έργο συνδέθηκε με την υπόθεση του Κάρυλ Τσέσμαν και παρουσιάστηκε στο Βουκουρέστι το 1961, μέσα στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον. Η αντικαπιταλιστική αιχμή του συναντούσε την επίσημη ιδεολογία της εποχής· η δραματουργική του αντοχή, ωστόσο, κρίνεται εκεί όπου υπερβαίνει την καταγγελία ενός συγκεκριμένου κόσμου. Κάθε εξουσία που αναγνωρίζει στον άνθρωπο μόνο χρησιμότητα εμπίπτει στο κατηγορητήριό του. Η αθηναϊκή παρουσίασή του το 1972, μέσα στη δικτατορία, προσφέρεται συνεπώς για ανάγνωση και πέρα από τον δηλωμένο στόχο της σάτιρας. Σήμερα, η φυλακή του Σάντμαν θυμίζει και τον δημόσιο χώρο της αδιάκοπης έκθεσης. Η οδύνη γίνεται περιεχόμενο, η εξομολόγηση προϊόν και η προσοχή του κοινού μεταφράζεται σε οικονομική ισχύ. Θα ήταν, όμως, εύκολη υπεκφυγή να περιορίσουμε την ευθύνη στους εκδότες και στους μεσάζοντες. Ο Μιροντάν στρέφει τη σάτιρα και προς την πλατεία. Ποιος αγοράζει τον εξευτελισμό; Ποιος απαιτεί νέα επεισόδια από μια πραγματική δυστυχία; Το γέλιο μάς επιστρέφει αυτές τις ερωτήσεις χωρίς να μας προσφέρει αθώωση. Προσωπικά, βρίσκω συγκλονιστικό ότι η ουσιαστική απελευθέρωση του ήρωα συντελείται όταν στενεύουν οι δυνατότητες επιβίωσής του. Δεν εξυμνείται ο θάνατος. Αποκαλύπτεται το τίμημα μιας ζωής παραδομένης ολοκληρωτικά στις απαιτήσεις των άλλων. Η συνείδηση γεννιέται όταν ο άνθρωπος παύει να υπαγορεύει όσα τον συμφέρει να ακούσουν. Ο «Διάσημος 702» αφήνει τελικά ένα αμείλικτο μέτρο πολιτισμού: πόση αξία αναγνωρίζουμε σε εκείνον που δεν μας αποφέρει πια τίποτε; Εκεί τελειώνει η διαφήμιση και αρχίζει η ευθύνη μας. . Σκηνοθεσία: Στέφανος Ληναίος Παίζουν οι ηθοποιοί: Στέφανος Ληναίος, Έλλ
Μια γυναίκα ζητά να ξαναγεννηθεί και οι άλλοι απαιτούν να αναγνωρίσουν επάνω της το παρελθόν τους. Της προσφέρουν ένα όνομα, ένα σπίτι, έναν σύζυγο· μαζί τους, όμως, παραδίδουν και τις προδιαγραφές της ύπαρξής της. Στο «Όπως με ποθείς» ο Λουίτζι Πιραντέλλο μετατρέπει το αίνιγμα μιας ταυτότητας σε ανελέητη εξέταση της αγάπης. Πόσο άνθρωπο αντέχουμε να δούμε στον άλλον όταν παύει να επιβεβαιώνει την επιθυμία μας; Η Άγνωστη ζει στο Βερολίνο, ανάμεσα στη νυχτερινή διασκέδαση, στο ποτό και στην εξουθενωτική συνύπαρξη με τον συγγραφέα Καρλ Σάλτερ. Ο Μπόφι αναγνωρίζει στο πρόσωπό της τη Λουτσία, τη χαμένη σύζυγο του Μπρούνο Πιέρι. Εκείνη ακολουθεί την υπόσχεση μιας άλλης ζωής στην Ιταλία. Η μετακίνησή της έχει τη δραματική ορμή μιας φυγής από τον ίδιο της τον εαυτό: προτιμά το ενδεχόμενο μιας ξένης ιστορίας από τη βεβαιότητα της καθημερινής της ταπείνωσης. Εδώ βρίσκεται η ψυχολογική τόλμη του έργου. Η ηρωίδα επιθυμεί να υπάρξει μέσα σε μια σχέση που θα της επιστρέψει συνοχή και αξιοπρέπεια. Η προθυμία της να γίνει όπως την ποθεί ο Μπρούνο περιέχει συγχρόνως ελπίδα και κίνδυνο. Ζητά αναγνώριση παραχωρώντας στον άλλον σχεδόν απεριόριστη εξουσία να την ορίσει. Ο Πιραντέλλο συλλαμβάνει τη στιγμή κατά την οποία η ανάγκη για αγάπη μπορεί να μεταβληθεί σε συναίνεση στην αυτοκατάργηση. Ο Μπρούνο δοκιμάζεται ακριβώς εκεί όπου η συγκίνηση συναντά το συμφέρον. Η επιστροφή της συζύγου συνδέεται με τη διατήρηση της περιουσίας και η υποδοχή της βαραίνει από οικογενειακούς υπολογισμούς. Θα ήταν εύκολο να τον περιορίσουμε στον ρόλο ενός άπληστου υποκριτή. Δραματουργικά, όμως, περισσότερο ενοχλεί η δυνατότητα να συνυπάρχουν μέσα του αληθινή επιθυμία και ιδιοτέλεια. Ο άνθρωπος μπορεί να συγκινείται ειλικρινά και συγχρόνως να προστατεύει ό,τι τον συμφέρει. Αυτή η συνύπαρξη δηλητηριάζει την εμπιστοσύνη της Αγνώστου. Ο Σάλτερ ασκεί μια περισσότερο απροκάλυπτη κυριαρχία. Η εξάρτησή του από την ηρωίδα γίνεται απαίτηση κατοχής. Όταν εμφανίζεται με μια δεύτερη γυναίκα, βαριά ψυχικά διαταραγμένη, την οποία παρουσιάζει ως πιθανή πραγματική Λουτσία, χρησιμοποιεί την αμφιβολία σαν όπλο. Ο Μπόφι, αντίθετα, στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αναγνώριση ενός προσώπου αρκεί για να αποκαταστήσει μια ζωή. Ανάμεσα στην κτητικότητα του ενός και στη βεβαιότητα του άλλου, η γυναίκα εξακολουθεί να στερείται τον χώρο να μιλήσει για τον εαυτό της. Η μεταπολεμική Ευρώπη αποτελεί την πληγωμένη ύλη του δράματος. Ο Μεγάλος Πόλεμος άφησε αγνοουμένους, διαλυμένες οικογένειες και ανθρώπους που επέστρεψαν αγνώριστοι. Η αστική κοινωνία επιχειρεί να αποκαταστήσει την τάξη με αναγνωρίσεις, συγγένειες και περιουσιακά δικαιώματα. Ωστόσο, κανένα πιστοποιητικό δεν εγγυάται ότι ένας άνθρωπος θα ξαναβρεί τη θέση του μέσα στη ζωή. Η απόσταση ανάμεσα στη νομική ταυτότητα και στη βιωμένη ύπαρξη γίνεται εδώ οδυνηρά θεατρική. Η δύναμη της κατασκευής βρίσκεται στην αντιστροφή της προσδοκίας μας. Περιμένουμε την αποκάλυψη που θα λύσει το μυστήριο και παρακολουθούμε την ηρωίδα να υπονομεύει την ίδια τη διαδικασία της απόδειξης. Το ανοιχτό τέλος δεν αποδεικνύει ότι καμία αλήθεια δεν υπάρχει. Αποκαλύπτει πόσο επισφαλής γίνεται η πρόσβασή μας σε αυτήν όταν την υποτάσσουμε στον φόβο και στην ανάγκη μας να δικαιωθούμε. Η αποχώρησή της με τον Σάλτερ διατηρεί όλο το βάρος ενός αδιεξόδου. Στη δική μου ανάγνωση, αυτή είναι η πιο σύγχρονη αιχμή του έργου: η απαίτηση να παραμένουμε αναγνωρίσιμοι για να θεωρούμαστε αγαπητοί. Στις οικογένειες, στις ερωτικές σχέσεις και στη δημόσια εικόνα μας, συχνά ανταμείβεται εκείνος που εκπληρώνει έναν αναμενόμενο ρόλο. Η Άγνωστη απαιτεί κάτι δυσκολότερο από την αναγνώριση της φωτογραφίας της: να λογαριάσουν την παρούσα συνείδησή της. Η τελευταία της αντίσταση αφήνει ένα αυστηρό ηθικό μέτρο. Η αγάπη κρίνεται και από την ελευθερία που παραχωρεί. Αλλιώς, το πολυπόθητο όνομα γίνεται η πιο ευπρεπής μορφή αιχμαλωσίας.
Ο έρωτας ζητά την αιωνιότητα, αλλά δοκιμάζεται στην ευθύνη μιας επόμενης ημέρας. Στη «Στέλλα» ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε φέρνει δύο εγκαταλειμμένες γυναίκες μπροστά στον ίδιο άνδρα και αφήνει την οδύνη τους να διαψεύσει τη βολική αριθμητική της αντιζηλίας. Το σκάνδαλο αρχίζει όταν εκείνες αναγνωρίζουν η μία στην άλλη έναν άνθρωπο που υποφέρει. Και η τραγωδία θεριεύει όταν αυτή η αναγνώριση αποδεικνύεται ανίσχυρη να προλάβει την καταστροφή. Η Σεσίλια, σύζυγος του Φερνάντο, φτάνει με την κόρη τους, τη Λούσι, στον τόπο όπου ζει η Στέλλα, επίσης εγκαταλειμμένη από εκείνον. Πριν αποκαλυφθεί ο κοινός δεσμός, οι γυναίκες πλησιάζουν μέσα από την εμπειρία της απουσίας. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς εδώ: ο Γκαίτε οικοδομεί πρώτα τη συμπάθεια και κατόπιν αποκαλύπτει την αιτία που θα μπορούσε να τη συντρίψει. Έτσι η επιστροφή του Φερνάντο δοκιμάζει μια ήδη γεννημένη ανθρώπινη συγγένεια. Ο Φερνάντο αγαπά, συγκινείται, μεταμελείται. Ωστόσο η συναισθηματική του ένταση δεν παράγει σταθερότητα. Κάθε παρουσία τον συνεπαίρνει τόσο ολοκληρωτικά ώστε η προηγούμενη υποχρέωση υποχωρεί από τη συνείδησή του. Η φυγή γίνεται ο τρόπος του να αναβάλλει το κόστος των επιλογών του. Δεν χρειάζεται να τον θεωρήσουμε υποκριτή για να αναγνωρίσουμε τον εγωκεντρισμό του: μπορεί κανείς να αισθάνεται ειλικρινά και συγχρόνως να αδικεί βαθύτατα. Η Λούσι δίνει στην αδικία συγκεκριμένο πρόσωπο. Πίσω από την περιπέτεια του εραστή υπάρχει ένα παιδί που στερήθηκε τον πατέρα. Η Στέλλα έχει οργανώσει την ύπαρξή της γύρω από την επιστροφή του αγαπημένου. Ο προστατευμένος κόσμος της διατηρεί την ευτυχία ως ανάμνηση και υπόσχεση, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για μια ζωή έξω από αυτήν. Η τρυφερότητά της συγκινεί επειδή είναι απροστάτευτη. Συγχρόνως τρομάζει η έκταση της εξάρτησής της: όταν ένας άνθρωπος γίνεται ο μοναδικός εγγυητής του νοήματος, η αποχώρησή του απειλεί ολόκληρη την αίσθηση του εαυτού. Η καταστροφή της φανερώνει πόσο επικίνδυνα στενεύει η ζωή όταν ανατίθεται ολόκληρη σε έναν άλλον. Η Σεσίλια διαθέτει διαφορετική αντοχή. Αναγνωρίζει τον πόνο της Στέλλας χωρίς να διαγράφει τον δικό της και επιχειρεί να επινοήσει μια συνύπαρξη πέρα από την αποκλειστικότητα. Η μεγαλοψυχία της, ωστόσο, σηκώνει ένα δύσκολο ερώτημα: πόση παραίτηση δικαιούται να απαιτεί η αγάπη από εκείνον που έχει ήδη αδικηθεί; Στη δική μου ανάγνωση, η πρότασή της εμπεριέχει ελευθερία αλλά και απελπισία. Προσπαθεί να διασώσει όλους, αναλαμβάνοντας ξανά την ευθύνη που ο Φερνάντο αδυνατεί να κρατήσει. Το πρώτο τέλος, του 1776, επέτρεπε αυτή την αντισυμβατική ένωση και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Το πάθος της «Θύελλας και Ορμής» διεκδικούσε δικαιώματα απέναντι στη θρησκευτική και κοινωνική περιφρούρηση του γάμου. Η μεταγενέστερη επεξεργασία, με τη συμβολή του Σίλερ, οδήγησε στην τραγική εκδοχή που παρουσιάστηκε το 1806 και ακούμε εδώ. Η αλλαγή αποτυπώνει μια μετατόπιση από την ανατρεπτική συμφιλίωση προς την καταστροφή. Στο τραγικό φινάλε η Στέλλα έχει ήδη πάρει δηλητήριο όταν ο Φερνάντο στρέφεται στην αυτοκτονία. Η σειρά έχει σημασία: η καταστροφή προηγείται της δυνατότητας συμφιλίωσης και την ακυρώνει. Δύσκολα, πάντως, θα ονόμαζα αυτό το τέλος αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Οι θάνατοι δεν αποδεικνύουν ότι η κοινωνία είχε δίκιο. Αφήνουν τη Σεσίλια και τη Λούσι να επωμιστούν όσα οι άλλοι δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν. Η τελική σιωπή βαραίνει περισσότερο από οποιαδήποτε καταδίκη. Σήμερα, μέσα σε συζητήσεις για ελεύθερες σχέσεις και προσωπική αυτονομία, η «Στέλλα» διατηρεί την οξύτητά της επειδή εξετάζει το τίμημα της ελευθερίας όταν αυτό καταβάλλεται άνισα. Καμία μορφή σχέσης δεν εξασφαλίζει από μόνη της δικαιοσύνη. Χρειάζονται αλήθεια, συναίνεση και έμπρακτη φροντίδα. Ο βαθύτερος απόηχος του έργου βρίσκεται για μένα εκεί: η αγάπη κρίνεται και από τη ζωή που επιτρέπει στον άλλον να συνεχίσει. Όποιος ζητά να αγαπηθεί οφείλει να αντέχει την ευθύνη της παρουσίας του. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρον
Η πιο επικίνδυνη στιγμή για έναν δημιουργό έρχεται όταν κάποιος αποφασίζει να μετατρέψει τη φαντασία του σε πραγματικότητα. Στο «Ένα σωτήριο τηλεφώνημα» του Κλοντ Φορτούνο, η ευγένεια μιας επίσκεψης γίνεται σταδιακά τελετουργία απειλής. Ένας συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών ανακαλύπτει πως η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που επινοεί τον φόνο και στον άνθρωπο που κινδυνεύει να δολοφονηθεί μετριέται σε λίγες προτάσεις. Κι ένα οικείο δωμάτιο αποκτά την ασφυκτική στενότητα μιας παγίδας. Ο Πασκάλ Ανσέλο δέχεται έναν άγνωστο που παρουσιάζεται ως θαυμαστής και επίδοξος ομότεχνός του. Η συζήτηση για τη συγγραφική τέχνη προσφέρει στον επισκέπτη το ιδανικό πρόσχημα: μπορεί να μιλά για εγκλήματα χωρίς αμέσως να προκαλεί συναγερμό. Όταν αποκαλύπτει ότι σχεδιάζει να σκοτώσει τον οικοδεσπότη του, όσα προηγήθηκαν αποκτούν αναδρομικά άλλο βάρος. Ο θαυμασμός γίνεται μέσο πρόσβασης και η φιλοξενία ακούσια παραχώρηση εδάφους. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη βαθμιαία δηλητηρίαση της συνηθισμένης συνομιλίας. Ο Ανσέλο καλείται να εγκαταλείψει την προνομιακή θέση του συγγραφέα που γνωρίζει την έκβαση. Στα βιβλία του μπορούσε να μοιράζει ενδείξεις, να καθυστερεί αποκαλύψεις και να αποφασίζει ποιος θα επιζήσει. Τώρα διαθέτει μονάχα την ατελή γνώση ενός φοβισμένου ανθρώπου. Η ευφυΐα του αποκτά δραματικό ενδιαφέρον επειδή δοκιμάζεται μέσα στην ευάλωτη σωματική του ύπαρξη. Κάθε λέξη πρέπει να κερδίζει χρόνο χωρίς να προδίδει τον τρόμο. Η αυτοκυριαρχία γίνεται επίπονη εργασία: να παρακολουθεί τον άλλον ενώ συγκρατεί τη δική του κατάρρευση. Απέναντί του, ο επισκέπτης μπορεί να διαβαστεί ως άνθρωπος που διεκδικεί την αναγνώριση μέσω της απόλυτης κυριαρχίας. Δεν του αρκεί να προτείνει μια ευρηματική αστυνομική υπόθεση. Θέλει έναν πραγματικό άνθρωπο υποταγμένο στην επινόησή του. Το «τέλειο έγκλημα» αποκαλύπτει έτσι μια ηθική αναπηρία της σκέψης: το θύμα αντιμετωπίζεται ως εξάρτημα μιας απόδειξης. Χωρίς να χρειάζεται ψυχιατρική ετικέτα, η συμπεριφορά του φανερώνει την τρομακτική αυτάρκεια εκείνου που θεωρεί τη δική του σύλληψη σημαντικότερη από την ύπαρξη του άλλου. Το τηλέφωνο εισάγει μια δεύτερη σκηνή μέσα στην πρώτη. Ο Ανσέλο πρέπει να μιλήσει ταυτόχρονα σε δύο ακροατές: στον άνθρωπο που τον επιτηρεί και στον άνθρωπο που ενδέχεται να καταλάβει. Η ίδια φράση αποκτά φανερό και υπόγειο νόημα. Εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη δύναμη της ηχητικής φόρμας: η παύση, η μεταβολή του τόνου και μια ανεπαίσθητη έμφαση μπορούν να μεταφέρουν όσα απαγορεύεται να ειπωθούν. Ο ακροατής επιστρατεύει τη δική του προσοχή, αναζητώντας μέσα στη φωνή το μήνυμα που πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Ως ιστορική ανάγνωση, η οικιακή αυτή πολιορκία συνδέεται με την ευρωπαϊκή μεταπολεμική αγωνία γύρω από την ασφάλεια της ιδιωτικής ζωής. Το σπίτι υπόσχεται προστασία, αλλά η πόρτα του ανοίγει και στην απειλή. Παράλληλα, το σταθερό τηλέφωνο συγκεντρώνει τη δυνατότητα επικοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου. Αυτή η υλική συνθήκη οργανώνει την ένταση: η πρόσβαση στον έξω κόσμο γίνεται ορατή, ελέγξιμη και επισφαλής. Σήμερα, με τις αδιάκοπες συνδέσεις και τις αναρίθμητες ειδοποιήσεις, το ερώτημα παραμένει οδυνηρά επίκαιρο: πόσο συχνά ακούμε πραγματικά εκείνον που επικοινωνεί μαζί μας; Ένα συγκαλυμμένο αίτημα βοήθειας απαιτεί κάτι περισσότερο από τεχνική διαθεσιμότητα. Απαιτεί προσοχή στον δισταγμό, στο ασυνήθιστο και στην απόκλιση από τον γνώριμο τρόπο ομιλίας. Προσωπικά, εκεί εντοπίζω τον βαθύτερο ανθρώπινο παλμό του έργου: στην ανάγκη να βρεθεί κάποιος που θα ακούσει πίσω από τις λέξεις. Η λιτότητα της κατασκευής είναι συγχρόνως δύναμη και όριο. Ο αντίπαλος κινδυνεύει να περιοριστεί σε μηχανισμό απειλής αν η ερμηνεία αρκεστεί στην επιδεικτική ψυχρότητα. Αντίστοιχα, η αγωνία χρειάζεται διακυμάνσεις για να μη γίνει μονότονη αναμονή. Το ουσιαστικό στοίχημα είναι να αισθανθούμε έναν άνθρωπο που παλεύει να διατηρήσει την πρωτοβουλία της ζωής του. Γιατί το έγκλημα αρχίζει να θεωρείται «τέλειο» όταν ο άλλος έχει ήδη διαγραφεί ως πρόσωπο. Και η αντίσταση αρχίζει τη στιγμή που η φ
Δύο κρεβάτια μέσα στο λευκό. Δύο άνθρωποι που μοιράζονται έναν χώρο χωρίς να μπορούν να κατοικήσουν ο ένας στην αγωνία του άλλου. Στον «Ερυθρό σταυρό», ο Σαμ Σέπαρντ μετατρέπει την καθημερινή συνομιλία σε επικίνδυνη τελετουργία: η λέξη εισχωρεί στο σώμα και η φαντασία αποκτά τη σκληρότητα ενός πραγματικού τραύματος. Η Κάρολ αισθάνεται άρρωστη. Μιλώντας για μια φανταστική κατάβαση στα Βραχώδη Όρη, βλέπει το κεφάλι της να αποχωρίζεται το σώμα και να προκαλεί μια φονική χιονοστιβάδα. Η εικόνα συνενώνει δύο τρόμους: την απώλεια του εαυτού και την ανεξέλεγκτη καταστροφή των άλλων. Η προσωπική δυσφορία διογκώνεται ώσπου καταπίνει τον κόσμο. Στη συνείδησή της, ακόμη και η απόδραση στη φύση μετατρέπεται σε καταδίκη. Όταν εκείνη αποχωρεί, ο Τζιμ παραδίδεται στη φαγούρα του. Οι ψείρες εγκαθιστούν μέσα στην αποστειρωμένη τάξη την πιο ταπεινωτική υπενθύμιση της σωματικότητας. Το σώμα αντιστέκεται στην καθαρή εικόνα που επιθυμούμε να προβάλλουμε. Πίσω από την κωμική αμηχανία του ξυσίματος αναδύεται ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι κάτι τον κατατρώει και χρειάζεται επειγόντως έναν άλλο άνθρωπο ως μάρτυρα της φθοράς του. Η Καμαριέρα εισέρχεται για να αλλάξει σεντόνια. Φέρνει την πρακτική λογική της εργασίας σε έναν χώρο όπου οι ένοικοι έχουν την πολυτέλεια να βυθίζονται στις εμμονές τους. Η κοινωνική αυτή ασυμμετρία αποκτά ιδιαίτερο βάρος: η γυναίκα που καλείται να καθαρίσει τα ίχνη των άλλων καταλήγει να υποστεί και τη φαντασία τους. Ο Τζιμ μετακινείται από την έκθεση της αδυναμίας του στην άσκηση εξουσίας. Το μάθημα κολύμβησης είναι ο δραματουργικός πυρήνας αυτής της μετακίνησης. Επάνω στα κρεβάτια, χωρίς πραγματικό νερό, οι οδηγίες αποκτούν ρυθμό προσταγής. Η Καμαριέρα ακολουθεί ώσπου η συμμετοχή γίνεται πανικός και το παιχνίδι εμπειρία πνιγμού. Ο άνθρωπος που προσφέρθηκε να διδάξει αποσύρει τη βοήθεια ακριβώς όταν γίνεται απαραίτητη. Εδώ βρίσκεται η αγριότερη ειρωνεία του έργου: η υπόσχεση προστασίας μπορεί να δημιουργήσει την εξάρτηση που επιτρέπει την εγκατάλειψη. Πρωτοπαρουσιασμένο το 1966, το μονόπρακτο ανήκει στην πρώιμη πειραματική διαδρομή του Σέπαρντ. Στην Αμερική της καταναλωτικής ευημερίας, της κοινωνικής αμφισβήτησης και του πολέμου στο Βιετνάμ, η λευκή επιφάνεια μπορεί να διαβαστεί ως εικόνα μιας ασφάλειας που αδυνατεί να περιλάβει τη βία της εποχής. Πρόκειται για ερμηνευτική δυνατότητα, όχι για πολιτικό κώδικα με μία υποχρεωτική αποκρυπτογράφηση. Το δωμάτιο παραμένει τρομακτικό ακριβώς επειδή δεν εξαντλείται σε μία εξήγηση. Η δύναμη της γραφής βρίσκεται στη μετάβαση από το γελοίο στο οδυνηρό χωρίς προειδοποίηση. Η εκτενής παρασιτολογία και η επανάληψη των προσταγών δοκιμάζουν την υπομονή, αλλά αυτή η δοκιμασία υπηρετεί την παγίδευση του θεατή. Το γέλιο δυσκολεύεται σταδιακά να βρει αθώα θέση. Η γλώσσα γίνεται μέσο επιβολής, μια δύναμη που απορροφά την αυτονομία του ακροατή, όπως επισημαίνει και η παρουσίαση του έργου από τον εκδότη του. Η επιστροφή της Κάρολ επαναφέρει την καθημερινότητα χωρίς να αποκαθιστά την τάξη. Το ξύσιμο και το αίμα στο πρόσωπο του Τζιμ επιτρέπουν να διαβάσουμε τους φόβους ως συμπτώματα που αλλάζουν φορέα. Δεν αποδεικνύουν έναν συγκεκριμένο μηχανισμό μετάδοσης. Η αμφισημία κρατά ανοιχτή την πληγή της ερμηνείας. Σήμερα, όταν μια οθόνη αρκεί για να κυκλοφορήσει ένας πανικός, η δραματουργία αυτή αποκτά οδυνηρή οικειότητα. Προσωπικά, με συγκλονίζει περισσότερο η ευθύνη του ομιλητή παρά το αίνιγμα της ασθένειας. Πόσο χώρο αφήνουμε στον άλλο όταν του παραδίδουμε τον φόβο μας; Ο τίτλος υπόσχεται περίθαλψη, όμως το δωμάτιο στερείται έμπρακτης φροντίδας. Το τελικό κόκκινο σημάδι απαιτεί να αναγνωρίσουμε εκείνον που υποφέρει πριν τον χρησιμοποιήσουμε ως σκηνή του δικού μας δράματος. Γιατί η ανθρώπινη παρουσία κρίνεται τη στιγμή που ο άλλος ζητά βοήθεια και περιμένει την απάντησή μας. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Μετάφραση - Ραδιοσκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλο