
🎹 Η άσκηση των πέντε δακτύλων του Πίτερ Σάφερ: όταν η οικογένεια γίνεται δοκιμασία
Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργαShow Notes
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς
Στο σπίτι των Χάρινγκτον, κάθε ευγενική κουβέντα μπορεί να κρύβει μια επίθεση. Ο πατέρας και η μητέρα διεκδικούν ο καθένας τη δική του εξουσία, ενώ τα παιδιά προσπαθούν να αναπνεύσουν ανάμεσά τους. Ένας νεαρός Γερμανός δάσκαλος μπαίνει σε αυτό το σπίτι ελπίζοντας να βρει μια οικογένεια. Η παρουσία του αρκεί για να ακουστούν όσα οι άλλοι είχαν μάθει να σωπαίνουν. Ο Πίτερ Σάφερ έφερε την Άσκηση των πέντε δακτύλων στη σκηνή του Λονδίνου το 1958. Ο τίτλος της δανείζεται τη γλώσσα της μουσικής, όμως εδώ η άσκηση δεν υπόσχεται αρμονία. Πέντε πρόσωπα ζουν κοντά, εξαρτώνται το ένα από το άλλο και αδυνατούν να συναντηθούν. Κάθε κίνηση του ενός προκαλεί την αντίδραση κάποιου άλλου, σαν τα δάκτυλα ενός χεριού που υποχρεώνονται να παίξουν μαζί χωρίς να ακούνε την ίδια μελωδία. Ο Στάνλεϊ έχει χτίσει την οικονομική ασφάλεια της οικογένειας κατασκευάζοντας έπιπλα. Γνωρίζει την αξία της εργασίας του και απαιτεί να την αναγνωρίζουν. Η τραχύτητά του, ωστόσο, γίνεται τρόπος να προλαβαίνει την περιφρόνηση που φοβάται. Μπροστά στη Λουίζ και στον Κλάιβ αισθάνεται πως ο πλούτος του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει σεβασμό. Έτσι ζητά από τον γιο του να του μοιάσει, ακριβώς εκεί όπου ο γιος έχει μεγαλύτερη ανάγκη να ανακαλύψει ποιος είναι. Η Λουίζ απαντά με τη δική της μορφή βίας. Καλλιεργεί την εικόνα μιας γυναίκας εκλεπτυσμένης, ανώτερης από το περιβάλλον της, αλλά πίσω από την επιτήδευση διακρίνεται ένας άνθρωπος απογοητευμένος και μόνος. Στρέφεται στον Κλάιβ για την οικειότητα που λείπει από τον γάμο της. Η στοργή της γίνεται κτητική: του επιτρέπει να απομακρυνθεί από τον πατέρα του, όχι όμως να απομακρυνθεί από την ίδια. Ο Σάφερ συλλαμβάνει εδώ μια επώδυνη οικογενειακή αλήθεια. Μπορεί κανείς να πληγώνει βαθιά εκείνον που αγαπά, όταν του ζητά να θεραπεύσει τη δική του ζωή. Ο Κλάιβ μεγαλώνει παγιδευμένος ανάμεσα σε αυτές τις απαιτήσεις. Η ευαισθησία του αντιμετωπίζεται από τον πατέρα ως αδυναμία και από τη μητέρα ως απόδειξη ότι της ανήκει. Δεν διαθέτει ακόμη τη γλώσσα για να εκφράσει καθαρά τις επιθυμίες και τους φόβους του. Η ζήλια του για τον Βάλτερ, η έλξη που δεν μπορεί να ομολογήσει και η ανάγκη του να κρατήσει τη μητέρα κοντά του μετατρέπονται σε μια ψευδή κατηγορία. Η πράξη του είναι σκληρή. Το έργο όμως μας υποχρεώνει να δούμε και τον πανικό από τον οποίο γεννιέται. Η Πάμελα μοιάζει πιο ελεύθερη, καθώς αντιστέκεται στην επισημότητα των μεγάλων με τη ζωντάνια της. Ακόμη κι εκείνη όμως αναζητεί ασφάλεια μέσα σε όρια που η οικογένεια έχει κάνει ασαφή. Ο Βάλτερ, ο δάσκαλός της, φτάνει από μια Γερμανία που κουβαλά ακόμη το βάρος του ναζισμού και τη δική του σύγκρουση με τον πατέρα του. Στην Αγγλία προσδοκά μια νέα αρχή. Οι Χάρινγκτον βλέπουν πάνω του διαφορετικά πράγματα: έναν ξένο, έναν έμπιστο, έναν αντίζηλο, μια πιθανή διαφυγή. Κανείς σχεδόν δεν αναρωτιέται τι χρειάζεται ο ίδιος. Αυτή είναι η ιστορική οξύτητα του έργου. Στη μεταπολεμική ευημερία, το καλοφτιαγμένο σπίτι και η κοινωνική θέση μπορούν να συνυπάρχουν με βαθιά συναισθηματική ένδεια. Η ταξική ανασφάλεια του Στάνλεϊ, η λαχτάρα της Λουίζ για κύρος και η επιφυλακτικότητα απέναντι στον Γερμανό επισκέπτη ανήκουν στην εποχή τους. Η συνήθεια, όμως, να φορτώνουμε στον πιο ευάλωτο την ευθύνη για όσα αρνούμαστε να παραδεχτούμε παραμένει οδυνηρά σημερινή. Εκεί εντοπίζω και τη μεγαλύτερη δύναμη του Σάφερ: δεν μοιράζει εύκολα συγχωροχάρτια, αλλά δεν στερεί από κανέναν το δικαίωμα να γίνει κατανοητός. Όταν η σύγκρουση απειλεί τη ζωή του Βάλτερ, τα λόγια αποκτούν επιτέλους το πραγματικό τους βάρος. Το ενδεχόμενο να σωθεί ένας άνθρωπος δεν σβήνει όσα του έκαναν. Αφήνει όμως ανοιχτή μια δυσκολότερη δυνατότητα: να πάψουν να χρησιμοποιούν την αγάπη ως άλλοθι και να μάθουν να ακούν πριν χρειαστεί ξανά να σώσουν κάποιον.
Ραδιοσκηνοθεσία: Δημήτρης Ποταμίτης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιώργος Κέντρος, Μάρω Κοντού, Δημήτρης Ποταμίτης, Αγγελική Βελουδάκη, Πάνος Χατζηκουτσέλης 📜
More from Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα
Η ηλεκτρική καρέκλα περιμένει, αλλά το εμπόριο έχει ακόμη δουλειές. Ένας μελλοθάνατος μπορεί να αποδειχθεί πολυτιμότερος ζωντανός, αρκεί να παραδίδει εγκαίρως το επόμενο κεφάλαιο. Στον «Διάσημο 702» του Αλεξάνδρου Μιροντάν, η αναστολή της εκτέλεσης αποκτά τη μορφή εκδοτικού συμβολαίου. Κι έτσι αρχίζει μια κωμωδία που κάνει το γέλιο να αισθάνεται συνένοχο. Ο Σάντμαν περιμένει τον θάνατο όταν ένας εκδότης ανακαλύπτει στην καταδίκη του μια θαυμάσια επιχειρηματική ευκαιρία. Τα απομνημονεύματα ενός γκάνγκστερ υπόσχονται πωλήσεις· η επικείμενη εκτέλεσή του εγγυάται δημοσιότητα. Η συμφωνία φαίνεται σωτήρια: εκείνος θα γράφει κι ο εκδοτικός μηχανισμός θα εξασφαλίζει χρόνο. Μόνο που ο χρόνος αυτός δεν του ανήκει. Είναι προκαταβολή έναντι μελλοντικών εισπράξεων. Το κελί μετατρέπεται σε εργαστήριο παραγωγής συγκίνησης και ο άνθρωπος σε περιζήτητη πρώτη ύλη. Ο αριθμός του τίτλου συμπυκνώνει ολόκληρη τη σάτιρα. Η φυλακή αφαιρεί το όνομα για να καταχωρίσει έναν κρατούμενο· η διαφήμιση διατηρεί τον αριθμό για να κατασκευάσει μια επωνυμία. Η φαινομενική αναβάθμιση από κατάδικο σε διασημότητα κρύβει την ίδια υποτίμηση του προσώπου. Ο Σάντμαν γίνεται πασίγνωστος χωρίς να γίνεται πραγματικά ορατός. Όλοι μιλούν γι’ αυτόν, ελάχιστοι ενδιαφέρονται να τον ακούσουν. Η κωμική υπερβολή αποκτά εδώ ακρίβεια χειρουργικού εργαλείου. Η ψυχολογική του μεταμόρφωση αποτελεί τον ουσιαστικό άξονα του έργου. Αρχικά συναινεί από φόβο και δίψα επιβίωσης. Τα προνόμια μοιάζουν με αποκατάσταση μιας ύπαρξης μαθημένης στη βία. Η γραφή, όμως, δημιουργεί κάτι που οι χρηματοδότες της δεν υπολόγισαν: συνείδηση. Αναζητώντας λέξεις, ο κρατούμενος αρχίζει να αναλαμβάνει την ευθύνη της φωνής του. Η αλλαγή αυτή δεν διαγράφει το εγκληματικό παρελθόν του. Θεμελιώνει, ωστόσο, το δικαίωμά του να μην εξαντλείται σε αυτό. Εκεί βρίσκεται η ανθρωπιστική δύναμη της σάτιρας. Ο εκδότης αντιπροσωπεύει μια εξουσία περισσότερο τρομακτική από την απροκάλυπτη αγριότητα: τον κυνισμό που έχει αποκτήσει επαγγελματικούς τρόπους. Δεν χρειάζεται να μισεί τον Σάντμαν. Αρκεί να υπολογίζει την απόδοσή του. Η πατρωνία του απαιτεί υπακοή, ενώ η υποτιθέμενη σωτηρία προϋποθέτει διαρκή αυτοπροδοσία. Απέναντί του, η Ντιάνα εισάγει τη δυνατότητα μιας σχέσης χωρίς εμπορικό αντίτιμο. Η παρουσία της επιτρέπει στον κρατούμενο να υπάρξει ως πρόσωπο που επιθυμεί, φοβάται και αγαπά. Έτσι, η τρυφερότητα αποκτά πολιτικό βάρος. Το έργο συνδέθηκε με την υπόθεση του Κάρυλ Τσέσμαν και παρουσιάστηκε στο Βουκουρέστι το 1961, μέσα στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον. Η αντικαπιταλιστική αιχμή του συναντούσε την επίσημη ιδεολογία της εποχής· η δραματουργική του αντοχή, ωστόσο, κρίνεται εκεί όπου υπερβαίνει την καταγγελία ενός συγκεκριμένου κόσμου. Κάθε εξουσία που αναγνωρίζει στον άνθρωπο μόνο χρησιμότητα εμπίπτει στο κατηγορητήριό του. Η αθηναϊκή παρουσίασή του το 1972, μέσα στη δικτατορία, προσφέρεται συνεπώς για ανάγνωση και πέρα από τον δηλωμένο στόχο της σάτιρας. Σήμερα, η φυλακή του Σάντμαν θυμίζει και τον δημόσιο χώρο της αδιάκοπης έκθεσης. Η οδύνη γίνεται περιεχόμενο, η εξομολόγηση προϊόν και η προσοχή του κοινού μεταφράζεται σε οικονομική ισχύ. Θα ήταν, όμως, εύκολη υπεκφυγή να περιορίσουμε την ευθύνη στους εκδότες και στους μεσάζοντες. Ο Μιροντάν στρέφει τη σάτιρα και προς την πλατεία. Ποιος αγοράζει τον εξευτελισμό; Ποιος απαιτεί νέα επεισόδια από μια πραγματική δυστυχία; Το γέλιο μάς επιστρέφει αυτές τις ερωτήσεις χωρίς να μας προσφέρει αθώωση. Προσωπικά, βρίσκω συγκλονιστικό ότι η ουσιαστική απελευθέρωση του ήρωα συντελείται όταν στενεύουν οι δυνατότητες επιβίωσής του. Δεν εξυμνείται ο θάνατος. Αποκαλύπτεται το τίμημα μιας ζωής παραδομένης ολοκληρωτικά στις απαιτήσεις των άλλων. Η συνείδηση γεννιέται όταν ο άνθρωπος παύει να υπαγορεύει όσα τον συμφέρει να ακούσουν. Ο «Διάσημος 702» αφήνει τελικά ένα αμείλικτο μέτρο πολιτισμού: πόση αξία αναγνωρίζουμε σε εκείνον που δεν μας αποφέρει πια τίποτε; Εκεί τελειώνει η διαφήμιση και αρχίζει η ευθύνη μας. . Σκηνοθεσία: Στέφανος Ληναίος Παίζουν οι ηθοποιοί: Στέφανος Ληναίος, Έλλ
Μια γυναίκα ζητά να ξαναγεννηθεί και οι άλλοι απαιτούν να αναγνωρίσουν επάνω της το παρελθόν τους. Της προσφέρουν ένα όνομα, ένα σπίτι, έναν σύζυγο· μαζί τους, όμως, παραδίδουν και τις προδιαγραφές της ύπαρξής της. Στο «Όπως με ποθείς» ο Λουίτζι Πιραντέλλο μετατρέπει το αίνιγμα μιας ταυτότητας σε ανελέητη εξέταση της αγάπης. Πόσο άνθρωπο αντέχουμε να δούμε στον άλλον όταν παύει να επιβεβαιώνει την επιθυμία μας; Η Άγνωστη ζει στο Βερολίνο, ανάμεσα στη νυχτερινή διασκέδαση, στο ποτό και στην εξουθενωτική συνύπαρξη με τον συγγραφέα Καρλ Σάλτερ. Ο Μπόφι αναγνωρίζει στο πρόσωπό της τη Λουτσία, τη χαμένη σύζυγο του Μπρούνο Πιέρι. Εκείνη ακολουθεί την υπόσχεση μιας άλλης ζωής στην Ιταλία. Η μετακίνησή της έχει τη δραματική ορμή μιας φυγής από τον ίδιο της τον εαυτό: προτιμά το ενδεχόμενο μιας ξένης ιστορίας από τη βεβαιότητα της καθημερινής της ταπείνωσης. Εδώ βρίσκεται η ψυχολογική τόλμη του έργου. Η ηρωίδα επιθυμεί να υπάρξει μέσα σε μια σχέση που θα της επιστρέψει συνοχή και αξιοπρέπεια. Η προθυμία της να γίνει όπως την ποθεί ο Μπρούνο περιέχει συγχρόνως ελπίδα και κίνδυνο. Ζητά αναγνώριση παραχωρώντας στον άλλον σχεδόν απεριόριστη εξουσία να την ορίσει. Ο Πιραντέλλο συλλαμβάνει τη στιγμή κατά την οποία η ανάγκη για αγάπη μπορεί να μεταβληθεί σε συναίνεση στην αυτοκατάργηση. Ο Μπρούνο δοκιμάζεται ακριβώς εκεί όπου η συγκίνηση συναντά το συμφέρον. Η επιστροφή της συζύγου συνδέεται με τη διατήρηση της περιουσίας και η υποδοχή της βαραίνει από οικογενειακούς υπολογισμούς. Θα ήταν εύκολο να τον περιορίσουμε στον ρόλο ενός άπληστου υποκριτή. Δραματουργικά, όμως, περισσότερο ενοχλεί η δυνατότητα να συνυπάρχουν μέσα του αληθινή επιθυμία και ιδιοτέλεια. Ο άνθρωπος μπορεί να συγκινείται ειλικρινά και συγχρόνως να προστατεύει ό,τι τον συμφέρει. Αυτή η συνύπαρξη δηλητηριάζει την εμπιστοσύνη της Αγνώστου. Ο Σάλτερ ασκεί μια περισσότερο απροκάλυπτη κυριαρχία. Η εξάρτησή του από την ηρωίδα γίνεται απαίτηση κατοχής. Όταν εμφανίζεται με μια δεύτερη γυναίκα, βαριά ψυχικά διαταραγμένη, την οποία παρουσιάζει ως πιθανή πραγματική Λουτσία, χρησιμοποιεί την αμφιβολία σαν όπλο. Ο Μπόφι, αντίθετα, στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αναγνώριση ενός προσώπου αρκεί για να αποκαταστήσει μια ζωή. Ανάμεσα στην κτητικότητα του ενός και στη βεβαιότητα του άλλου, η γυναίκα εξακολουθεί να στερείται τον χώρο να μιλήσει για τον εαυτό της. Η μεταπολεμική Ευρώπη αποτελεί την πληγωμένη ύλη του δράματος. Ο Μεγάλος Πόλεμος άφησε αγνοουμένους, διαλυμένες οικογένειες και ανθρώπους που επέστρεψαν αγνώριστοι. Η αστική κοινωνία επιχειρεί να αποκαταστήσει την τάξη με αναγνωρίσεις, συγγένειες και περιουσιακά δικαιώματα. Ωστόσο, κανένα πιστοποιητικό δεν εγγυάται ότι ένας άνθρωπος θα ξαναβρεί τη θέση του μέσα στη ζωή. Η απόσταση ανάμεσα στη νομική ταυτότητα και στη βιωμένη ύπαρξη γίνεται εδώ οδυνηρά θεατρική. Η δύναμη της κατασκευής βρίσκεται στην αντιστροφή της προσδοκίας μας. Περιμένουμε την αποκάλυψη που θα λύσει το μυστήριο και παρακολουθούμε την ηρωίδα να υπονομεύει την ίδια τη διαδικασία της απόδειξης. Το ανοιχτό τέλος δεν αποδεικνύει ότι καμία αλήθεια δεν υπάρχει. Αποκαλύπτει πόσο επισφαλής γίνεται η πρόσβασή μας σε αυτήν όταν την υποτάσσουμε στον φόβο και στην ανάγκη μας να δικαιωθούμε. Η αποχώρησή της με τον Σάλτερ διατηρεί όλο το βάρος ενός αδιεξόδου. Στη δική μου ανάγνωση, αυτή είναι η πιο σύγχρονη αιχμή του έργου: η απαίτηση να παραμένουμε αναγνωρίσιμοι για να θεωρούμαστε αγαπητοί. Στις οικογένειες, στις ερωτικές σχέσεις και στη δημόσια εικόνα μας, συχνά ανταμείβεται εκείνος που εκπληρώνει έναν αναμενόμενο ρόλο. Η Άγνωστη απαιτεί κάτι δυσκολότερο από την αναγνώριση της φωτογραφίας της: να λογαριάσουν την παρούσα συνείδησή της. Η τελευταία της αντίσταση αφήνει ένα αυστηρό ηθικό μέτρο. Η αγάπη κρίνεται και από την ελευθερία που παραχωρεί. Αλλιώς, το πολυπόθητο όνομα γίνεται η πιο ευπρεπής μορφή αιχμαλωσίας.
Ο έρωτας ζητά την αιωνιότητα, αλλά δοκιμάζεται στην ευθύνη μιας επόμενης ημέρας. Στη «Στέλλα» ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε φέρνει δύο εγκαταλειμμένες γυναίκες μπροστά στον ίδιο άνδρα και αφήνει την οδύνη τους να διαψεύσει τη βολική αριθμητική της αντιζηλίας. Το σκάνδαλο αρχίζει όταν εκείνες αναγνωρίζουν η μία στην άλλη έναν άνθρωπο που υποφέρει. Και η τραγωδία θεριεύει όταν αυτή η αναγνώριση αποδεικνύεται ανίσχυρη να προλάβει την καταστροφή. Η Σεσίλια, σύζυγος του Φερνάντο, φτάνει με την κόρη τους, τη Λούσι, στον τόπο όπου ζει η Στέλλα, επίσης εγκαταλειμμένη από εκείνον. Πριν αποκαλυφθεί ο κοινός δεσμός, οι γυναίκες πλησιάζουν μέσα από την εμπειρία της απουσίας. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς εδώ: ο Γκαίτε οικοδομεί πρώτα τη συμπάθεια και κατόπιν αποκαλύπτει την αιτία που θα μπορούσε να τη συντρίψει. Έτσι η επιστροφή του Φερνάντο δοκιμάζει μια ήδη γεννημένη ανθρώπινη συγγένεια. Ο Φερνάντο αγαπά, συγκινείται, μεταμελείται. Ωστόσο η συναισθηματική του ένταση δεν παράγει σταθερότητα. Κάθε παρουσία τον συνεπαίρνει τόσο ολοκληρωτικά ώστε η προηγούμενη υποχρέωση υποχωρεί από τη συνείδησή του. Η φυγή γίνεται ο τρόπος του να αναβάλλει το κόστος των επιλογών του. Δεν χρειάζεται να τον θεωρήσουμε υποκριτή για να αναγνωρίσουμε τον εγωκεντρισμό του: μπορεί κανείς να αισθάνεται ειλικρινά και συγχρόνως να αδικεί βαθύτατα. Η Λούσι δίνει στην αδικία συγκεκριμένο πρόσωπο. Πίσω από την περιπέτεια του εραστή υπάρχει ένα παιδί που στερήθηκε τον πατέρα. Η Στέλλα έχει οργανώσει την ύπαρξή της γύρω από την επιστροφή του αγαπημένου. Ο προστατευμένος κόσμος της διατηρεί την ευτυχία ως ανάμνηση και υπόσχεση, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για μια ζωή έξω από αυτήν. Η τρυφερότητά της συγκινεί επειδή είναι απροστάτευτη. Συγχρόνως τρομάζει η έκταση της εξάρτησής της: όταν ένας άνθρωπος γίνεται ο μοναδικός εγγυητής του νοήματος, η αποχώρησή του απειλεί ολόκληρη την αίσθηση του εαυτού. Η καταστροφή της φανερώνει πόσο επικίνδυνα στενεύει η ζωή όταν ανατίθεται ολόκληρη σε έναν άλλον. Η Σεσίλια διαθέτει διαφορετική αντοχή. Αναγνωρίζει τον πόνο της Στέλλας χωρίς να διαγράφει τον δικό της και επιχειρεί να επινοήσει μια συνύπαρξη πέρα από την αποκλειστικότητα. Η μεγαλοψυχία της, ωστόσο, σηκώνει ένα δύσκολο ερώτημα: πόση παραίτηση δικαιούται να απαιτεί η αγάπη από εκείνον που έχει ήδη αδικηθεί; Στη δική μου ανάγνωση, η πρότασή της εμπεριέχει ελευθερία αλλά και απελπισία. Προσπαθεί να διασώσει όλους, αναλαμβάνοντας ξανά την ευθύνη που ο Φερνάντο αδυνατεί να κρατήσει. Το πρώτο τέλος, του 1776, επέτρεπε αυτή την αντισυμβατική ένωση και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Το πάθος της «Θύελλας και Ορμής» διεκδικούσε δικαιώματα απέναντι στη θρησκευτική και κοινωνική περιφρούρηση του γάμου. Η μεταγενέστερη επεξεργασία, με τη συμβολή του Σίλερ, οδήγησε στην τραγική εκδοχή που παρουσιάστηκε το 1806 και ακούμε εδώ. Η αλλαγή αποτυπώνει μια μετατόπιση από την ανατρεπτική συμφιλίωση προς την καταστροφή. Στο τραγικό φινάλε η Στέλλα έχει ήδη πάρει δηλητήριο όταν ο Φερνάντο στρέφεται στην αυτοκτονία. Η σειρά έχει σημασία: η καταστροφή προηγείται της δυνατότητας συμφιλίωσης και την ακυρώνει. Δύσκολα, πάντως, θα ονόμαζα αυτό το τέλος αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Οι θάνατοι δεν αποδεικνύουν ότι η κοινωνία είχε δίκιο. Αφήνουν τη Σεσίλια και τη Λούσι να επωμιστούν όσα οι άλλοι δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν. Η τελική σιωπή βαραίνει περισσότερο από οποιαδήποτε καταδίκη. Σήμερα, μέσα σε συζητήσεις για ελεύθερες σχέσεις και προσωπική αυτονομία, η «Στέλλα» διατηρεί την οξύτητά της επειδή εξετάζει το τίμημα της ελευθερίας όταν αυτό καταβάλλεται άνισα. Καμία μορφή σχέσης δεν εξασφαλίζει από μόνη της δικαιοσύνη. Χρειάζονται αλήθεια, συναίνεση και έμπρακτη φροντίδα. Ο βαθύτερος απόηχος του έργου βρίσκεται για μένα εκεί: η αγάπη κρίνεται και από τη ζωή που επιτρέπει στον άλλον να συνεχίσει. Όποιος ζητά να αγαπηθεί οφείλει να αντέχει την ευθύνη της παρουσίας του. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρον
Η πιο επικίνδυνη στιγμή για έναν δημιουργό έρχεται όταν κάποιος αποφασίζει να μετατρέψει τη φαντασία του σε πραγματικότητα. Στο «Ένα σωτήριο τηλεφώνημα» του Κλοντ Φορτούνο, η ευγένεια μιας επίσκεψης γίνεται σταδιακά τελετουργία απειλής. Ένας συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών ανακαλύπτει πως η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που επινοεί τον φόνο και στον άνθρωπο που κινδυνεύει να δολοφονηθεί μετριέται σε λίγες προτάσεις. Κι ένα οικείο δωμάτιο αποκτά την ασφυκτική στενότητα μιας παγίδας. Ο Πασκάλ Ανσέλο δέχεται έναν άγνωστο που παρουσιάζεται ως θαυμαστής και επίδοξος ομότεχνός του. Η συζήτηση για τη συγγραφική τέχνη προσφέρει στον επισκέπτη το ιδανικό πρόσχημα: μπορεί να μιλά για εγκλήματα χωρίς αμέσως να προκαλεί συναγερμό. Όταν αποκαλύπτει ότι σχεδιάζει να σκοτώσει τον οικοδεσπότη του, όσα προηγήθηκαν αποκτούν αναδρομικά άλλο βάρος. Ο θαυμασμός γίνεται μέσο πρόσβασης και η φιλοξενία ακούσια παραχώρηση εδάφους. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη βαθμιαία δηλητηρίαση της συνηθισμένης συνομιλίας. Ο Ανσέλο καλείται να εγκαταλείψει την προνομιακή θέση του συγγραφέα που γνωρίζει την έκβαση. Στα βιβλία του μπορούσε να μοιράζει ενδείξεις, να καθυστερεί αποκαλύψεις και να αποφασίζει ποιος θα επιζήσει. Τώρα διαθέτει μονάχα την ατελή γνώση ενός φοβισμένου ανθρώπου. Η ευφυΐα του αποκτά δραματικό ενδιαφέρον επειδή δοκιμάζεται μέσα στην ευάλωτη σωματική του ύπαρξη. Κάθε λέξη πρέπει να κερδίζει χρόνο χωρίς να προδίδει τον τρόμο. Η αυτοκυριαρχία γίνεται επίπονη εργασία: να παρακολουθεί τον άλλον ενώ συγκρατεί τη δική του κατάρρευση. Απέναντί του, ο επισκέπτης μπορεί να διαβαστεί ως άνθρωπος που διεκδικεί την αναγνώριση μέσω της απόλυτης κυριαρχίας. Δεν του αρκεί να προτείνει μια ευρηματική αστυνομική υπόθεση. Θέλει έναν πραγματικό άνθρωπο υποταγμένο στην επινόησή του. Το «τέλειο έγκλημα» αποκαλύπτει έτσι μια ηθική αναπηρία της σκέψης: το θύμα αντιμετωπίζεται ως εξάρτημα μιας απόδειξης. Χωρίς να χρειάζεται ψυχιατρική ετικέτα, η συμπεριφορά του φανερώνει την τρομακτική αυτάρκεια εκείνου που θεωρεί τη δική του σύλληψη σημαντικότερη από την ύπαρξη του άλλου. Το τηλέφωνο εισάγει μια δεύτερη σκηνή μέσα στην πρώτη. Ο Ανσέλο πρέπει να μιλήσει ταυτόχρονα σε δύο ακροατές: στον άνθρωπο που τον επιτηρεί και στον άνθρωπο που ενδέχεται να καταλάβει. Η ίδια φράση αποκτά φανερό και υπόγειο νόημα. Εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη δύναμη της ηχητικής φόρμας: η παύση, η μεταβολή του τόνου και μια ανεπαίσθητη έμφαση μπορούν να μεταφέρουν όσα απαγορεύεται να ειπωθούν. Ο ακροατής επιστρατεύει τη δική του προσοχή, αναζητώντας μέσα στη φωνή το μήνυμα που πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Ως ιστορική ανάγνωση, η οικιακή αυτή πολιορκία συνδέεται με την ευρωπαϊκή μεταπολεμική αγωνία γύρω από την ασφάλεια της ιδιωτικής ζωής. Το σπίτι υπόσχεται προστασία, αλλά η πόρτα του ανοίγει και στην απειλή. Παράλληλα, το σταθερό τηλέφωνο συγκεντρώνει τη δυνατότητα επικοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου. Αυτή η υλική συνθήκη οργανώνει την ένταση: η πρόσβαση στον έξω κόσμο γίνεται ορατή, ελέγξιμη και επισφαλής. Σήμερα, με τις αδιάκοπες συνδέσεις και τις αναρίθμητες ειδοποιήσεις, το ερώτημα παραμένει οδυνηρά επίκαιρο: πόσο συχνά ακούμε πραγματικά εκείνον που επικοινωνεί μαζί μας; Ένα συγκαλυμμένο αίτημα βοήθειας απαιτεί κάτι περισσότερο από τεχνική διαθεσιμότητα. Απαιτεί προσοχή στον δισταγμό, στο ασυνήθιστο και στην απόκλιση από τον γνώριμο τρόπο ομιλίας. Προσωπικά, εκεί εντοπίζω τον βαθύτερο ανθρώπινο παλμό του έργου: στην ανάγκη να βρεθεί κάποιος που θα ακούσει πίσω από τις λέξεις. Η λιτότητα της κατασκευής είναι συγχρόνως δύναμη και όριο. Ο αντίπαλος κινδυνεύει να περιοριστεί σε μηχανισμό απειλής αν η ερμηνεία αρκεστεί στην επιδεικτική ψυχρότητα. Αντίστοιχα, η αγωνία χρειάζεται διακυμάνσεις για να μη γίνει μονότονη αναμονή. Το ουσιαστικό στοίχημα είναι να αισθανθούμε έναν άνθρωπο που παλεύει να διατηρήσει την πρωτοβουλία της ζωής του. Γιατί το έγκλημα αρχίζει να θεωρείται «τέλειο» όταν ο άλλος έχει ήδη διαγραφεί ως πρόσωπο. Και η αντίσταση αρχίζει τη στιγμή που η φ
Δύο κρεβάτια μέσα στο λευκό. Δύο άνθρωποι που μοιράζονται έναν χώρο χωρίς να μπορούν να κατοικήσουν ο ένας στην αγωνία του άλλου. Στον «Ερυθρό σταυρό», ο Σαμ Σέπαρντ μετατρέπει την καθημερινή συνομιλία σε επικίνδυνη τελετουργία: η λέξη εισχωρεί στο σώμα και η φαντασία αποκτά τη σκληρότητα ενός πραγματικού τραύματος. Η Κάρολ αισθάνεται άρρωστη. Μιλώντας για μια φανταστική κατάβαση στα Βραχώδη Όρη, βλέπει το κεφάλι της να αποχωρίζεται το σώμα και να προκαλεί μια φονική χιονοστιβάδα. Η εικόνα συνενώνει δύο τρόμους: την απώλεια του εαυτού και την ανεξέλεγκτη καταστροφή των άλλων. Η προσωπική δυσφορία διογκώνεται ώσπου καταπίνει τον κόσμο. Στη συνείδησή της, ακόμη και η απόδραση στη φύση μετατρέπεται σε καταδίκη. Όταν εκείνη αποχωρεί, ο Τζιμ παραδίδεται στη φαγούρα του. Οι ψείρες εγκαθιστούν μέσα στην αποστειρωμένη τάξη την πιο ταπεινωτική υπενθύμιση της σωματικότητας. Το σώμα αντιστέκεται στην καθαρή εικόνα που επιθυμούμε να προβάλλουμε. Πίσω από την κωμική αμηχανία του ξυσίματος αναδύεται ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι κάτι τον κατατρώει και χρειάζεται επειγόντως έναν άλλο άνθρωπο ως μάρτυρα της φθοράς του. Η Καμαριέρα εισέρχεται για να αλλάξει σεντόνια. Φέρνει την πρακτική λογική της εργασίας σε έναν χώρο όπου οι ένοικοι έχουν την πολυτέλεια να βυθίζονται στις εμμονές τους. Η κοινωνική αυτή ασυμμετρία αποκτά ιδιαίτερο βάρος: η γυναίκα που καλείται να καθαρίσει τα ίχνη των άλλων καταλήγει να υποστεί και τη φαντασία τους. Ο Τζιμ μετακινείται από την έκθεση της αδυναμίας του στην άσκηση εξουσίας. Το μάθημα κολύμβησης είναι ο δραματουργικός πυρήνας αυτής της μετακίνησης. Επάνω στα κρεβάτια, χωρίς πραγματικό νερό, οι οδηγίες αποκτούν ρυθμό προσταγής. Η Καμαριέρα ακολουθεί ώσπου η συμμετοχή γίνεται πανικός και το παιχνίδι εμπειρία πνιγμού. Ο άνθρωπος που προσφέρθηκε να διδάξει αποσύρει τη βοήθεια ακριβώς όταν γίνεται απαραίτητη. Εδώ βρίσκεται η αγριότερη ειρωνεία του έργου: η υπόσχεση προστασίας μπορεί να δημιουργήσει την εξάρτηση που επιτρέπει την εγκατάλειψη. Πρωτοπαρουσιασμένο το 1966, το μονόπρακτο ανήκει στην πρώιμη πειραματική διαδρομή του Σέπαρντ. Στην Αμερική της καταναλωτικής ευημερίας, της κοινωνικής αμφισβήτησης και του πολέμου στο Βιετνάμ, η λευκή επιφάνεια μπορεί να διαβαστεί ως εικόνα μιας ασφάλειας που αδυνατεί να περιλάβει τη βία της εποχής. Πρόκειται για ερμηνευτική δυνατότητα, όχι για πολιτικό κώδικα με μία υποχρεωτική αποκρυπτογράφηση. Το δωμάτιο παραμένει τρομακτικό ακριβώς επειδή δεν εξαντλείται σε μία εξήγηση. Η δύναμη της γραφής βρίσκεται στη μετάβαση από το γελοίο στο οδυνηρό χωρίς προειδοποίηση. Η εκτενής παρασιτολογία και η επανάληψη των προσταγών δοκιμάζουν την υπομονή, αλλά αυτή η δοκιμασία υπηρετεί την παγίδευση του θεατή. Το γέλιο δυσκολεύεται σταδιακά να βρει αθώα θέση. Η γλώσσα γίνεται μέσο επιβολής, μια δύναμη που απορροφά την αυτονομία του ακροατή, όπως επισημαίνει και η παρουσίαση του έργου από τον εκδότη του. Η επιστροφή της Κάρολ επαναφέρει την καθημερινότητα χωρίς να αποκαθιστά την τάξη. Το ξύσιμο και το αίμα στο πρόσωπο του Τζιμ επιτρέπουν να διαβάσουμε τους φόβους ως συμπτώματα που αλλάζουν φορέα. Δεν αποδεικνύουν έναν συγκεκριμένο μηχανισμό μετάδοσης. Η αμφισημία κρατά ανοιχτή την πληγή της ερμηνείας. Σήμερα, όταν μια οθόνη αρκεί για να κυκλοφορήσει ένας πανικός, η δραματουργία αυτή αποκτά οδυνηρή οικειότητα. Προσωπικά, με συγκλονίζει περισσότερο η ευθύνη του ομιλητή παρά το αίνιγμα της ασθένειας. Πόσο χώρο αφήνουμε στον άλλο όταν του παραδίδουμε τον φόβο μας; Ο τίτλος υπόσχεται περίθαλψη, όμως το δωμάτιο στερείται έμπρακτης φροντίδας. Το τελικό κόκκινο σημάδι απαιτεί να αναγνωρίσουμε εκείνον που υποφέρει πριν τον χρησιμοποιήσουμε ως σκηνή του δικού μας δράματος. Γιατί η ανθρώπινη παρουσία κρίνεται τη στιγμή που ο άλλος ζητά βοήθεια και περιμένει την απάντησή μας. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Μετάφραση - Ραδιοσκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλο