
🌒 Καταχθόνια μηχανή, Η μηχανή των θεών αλέθει τον άνθρωπο. Ζαν Κοκτώ: ⚜️
Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργαShow Notes
Μέσα στη νύχτα της Θήβας ακούγονται μουσικές από ταβέρνες, βήματα φρουρών και η φωνή ενός νεκρού που δεν μπορεί να ησυχάσει. Ο Ζαν Κοκτώ παίρνει τον μύθο του Οιδίποδα και τον απογυμνώνει από τη μαρμάρινη ιερότητα με την οποία τον σκέπασε η σχολική παράδοση. Οι ήρωες εδώ ιδρώνουν, φοβούνται, ζηλεύουν, κουράζονται, επιθυμούν. Οι θεοί δεν κατοικούν σε σύννεφα· κινούνται μέσα στους τοίχους, στα όνειρα, στα νεύρα και στις συμπτώσεις. Η «Καταχθόνια Μηχανή» του Jean Cocteau ξεκινά σαν νυχτερινός εφιάλτης. Δύο στρατιώτες περιμένουν πάνω στα τείχη και μιλούν για φαντάσματα, βρικόλακες και τη Σφίγγα με τρόπο σχεδόν καθημερινό. Κι όμως μέσα σε αυτή την απλότητα κρύβεται ο τρόμος. Το φάντασμα του Λάιου εμφανίζεται μέσα από τους τοίχους σαν ψυχή παγιδευμένη ανάμεσα στους κόσμους, προσπαθώντας απεγνωσμένα να αποτρέψει το αναπόφευκτο. Ήδη από τις πρώτες σκηνές, ο θεατής καταλαβαίνει πως η τραγωδία δεν θα έρθει — έχει ήδη αρχίσει. Ο Κοκτώ γράφει το έργο το 1934, σε μια Ευρώπη που βαδίζει προς την καταστροφή. Ο φασισμός ανεβαίνει, οι κοινωνίες παραδίδονται σε συλλογικές αυταπάτες και ο άνθρωπος πιστεύει πως ελέγχει την ιστορία ενώ στην πραγματικότητα οδηγείται σαν υπνωτισμένος προς τον όλεθρο. Αυτή ακριβώς είναι η «καταχθόνια μηχανή»: ένας μηχανισμός αόρατος, σχεδόν τέλειος, που κινεί τους ανθρώπους χωρίς εκείνοι να το αντιλαμβάνονται. Ο Οιδίποδας του Κοκτώ δεν είναι ο ηρωικός βασιλιάς της αρχαίας τραγωδίας. Είναι ένας άνθρωπος που διψά να αποδείξει την αξία του. Ένας άντρας γεμάτος αυτοπεποίθηση, σχεδόν αλαζονικός, που πιστεύει πως μπορεί να νικήσει το αίνιγμα της ζωής με τη λογική και τη δύναμή του. Κι εκεί ακριβώς συντρίβεται. Ο Κοκτώ μοιάζει να λέει πως η μεγαλύτερη τύφλωση δεν είναι η άγνοια αλλά η πεποίθηση ότι γνωρίζουμε. Η Ιοκάστη αποτελεί ίσως την πιο συγκλονιστική μορφή του έργου. Δεν παρουσιάζεται σαν βασιλική σκιά αλλά σαν γυναίκα τρομαγμένη από τα προαισθήματα, παγιδευμένη σε όνειρα και νευρικές κρίσεις. Τα πέπλα της την πνίγουν, τα σκαλιά την εξαντλούν, ο ύπνος τη φοβίζει. Ο Κοκτώ την μετατρέπει σχεδόν σε ηρωίδα ψυχανάλυσης. Κουβαλά μέσα της την ενοχή πριν ακόμη μάθει την αλήθεια. Σαν να αισθάνεται το έγκλημα στο σώμα της προτού το καταλάβει ο νους της. Και ύστερα έρχεται η Σφίγγα. Όχι σαν τέρας παλιού μύθου αλλά σαν σκοτεινή δύναμη ερωτισμού και θανάτου μαζί. Στον κόσμο του Κοκτώ, ο έρωτας και η καταστροφή βαδίζουν αγκαλιασμένοι. Ο άνθρωπος ερωτεύεται εκείνο ακριβώς που θα τον αφανίσει. Η γλώσσα του έργου κινείται συνεχώς ανάμεσα στο υψηλό και στο λαϊκό. Ένας στρατιώτης μιλά για φαντάσματα σαν να κουβεντιάζει σε καπηλειό και αμέσως μετά ξεσπά ποιητική φράση που μοιάζει βγαλμένη από όνειρο. Αυτό το παράξενο μείγμα είναι η μεγάλη δύναμη του Κοκτώ. Κατεβάζει την τραγωδία από το βάθρο και την ξανακάνει ανθρώπινη. Κι εκεί βρίσκεται και η σύνδεση με το σήμερα. Ζούμε σε εποχή όπου όλοι πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι ενώ αόρατοι μηχανισμοί κατευθύνουν τη ζωή τους: αλγόριθμοι, εξουσίες, φόβοι, οικονομικά αδιέξοδα, μαζική ψυχολογία. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να βαδίζει σαν τον Οιδίποδα — πεπεισμένος ότι κρατά το τιμόνι ενώ ο δρόμος έχει ήδη χαραχτεί. Αυτό που κάνει το έργο αληθινά συγκλονιστικό είναι πως δεν αφήνει ούτε ίχνος εύκολης παρηγοριάς. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι γενναίος, ευφυής, ερωτικός, ποιητικός — κι όμως να ηττηθεί. Οι θεοί της αρχαιότητας ίσως να άλλαξαν όνομα, αλλά η ανθρώπινη αδυναμία παρέμεινε ίδια. Και όταν ο Οιδίποδας βγάζει τα μάτια του, η πράξη δεν μοιάζει μόνο τιμωρία. Μοιάζει με την τελευταία τρομακτική γνώση: πως ο άνθρωπος βλέπει καθαρά μόνο όταν είναι πια αργά. Η «Καταχθόνια Μηχανή» αφήνει στο τέλος μια αίσθηση παγωμένης ποίησης. Σαν να πέρασε από μπροστά μας ένα όνειρο γεμάτο μουσικές, φαντάσματα και θεούς που χαμογελούν ειρωνικά καθώς οι άνθρωποι βαδίζουν προς τη μοίρα τους. 🌒
Ηχογράφηση: 1973 Μετάφραση και ραδιοφωνική διασκευή: Ένη Σταματά Ραδιοσκηνοθεσία: Γιώργος Εμιρζάς Ακούγονται οι ηθοποιοί: Νίκος Τζόγιας - Οιδίποδας, Ελένη Χατζηαργύρη - Ιοκάστη, Έρση Μαλικένζου - Σφίγγα - Νέμεσις, Γιάννης Αργύρης - Τειρεσί
More from Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα
Μια γυναίκα ζητά να ξαναγεννηθεί και οι άλλοι απαιτούν να αναγνωρίσουν επάνω της το παρελθόν τους. Της προσφέρουν ένα όνομα, ένα σπίτι, έναν σύζυγο· μαζί τους, όμως, παραδίδουν και τις προδιαγραφές της ύπαρξής της. Στο «Όπως με ποθείς» ο Λουίτζι Πιραντέλλο μετατρέπει το αίνιγμα μιας ταυτότητας σε ανελέητη εξέταση της αγάπης. Πόσο άνθρωπο αντέχουμε να δούμε στον άλλον όταν παύει να επιβεβαιώνει την επιθυμία μας; Η Άγνωστη ζει στο Βερολίνο, ανάμεσα στη νυχτερινή διασκέδαση, στο ποτό και στην εξουθενωτική συνύπαρξη με τον συγγραφέα Καρλ Σάλτερ. Ο Μπόφι αναγνωρίζει στο πρόσωπό της τη Λουτσία, τη χαμένη σύζυγο του Μπρούνο Πιέρι. Εκείνη ακολουθεί την υπόσχεση μιας άλλης ζωής στην Ιταλία. Η μετακίνησή της έχει τη δραματική ορμή μιας φυγής από τον ίδιο της τον εαυτό: προτιμά το ενδεχόμενο μιας ξένης ιστορίας από τη βεβαιότητα της καθημερινής της ταπείνωσης. Εδώ βρίσκεται η ψυχολογική τόλμη του έργου. Η ηρωίδα επιθυμεί να υπάρξει μέσα σε μια σχέση που θα της επιστρέψει συνοχή και αξιοπρέπεια. Η προθυμία της να γίνει όπως την ποθεί ο Μπρούνο περιέχει συγχρόνως ελπίδα και κίνδυνο. Ζητά αναγνώριση παραχωρώντας στον άλλον σχεδόν απεριόριστη εξουσία να την ορίσει. Ο Πιραντέλλο συλλαμβάνει τη στιγμή κατά την οποία η ανάγκη για αγάπη μπορεί να μεταβληθεί σε συναίνεση στην αυτοκατάργηση. Ο Μπρούνο δοκιμάζεται ακριβώς εκεί όπου η συγκίνηση συναντά το συμφέρον. Η επιστροφή της συζύγου συνδέεται με τη διατήρηση της περιουσίας και η υποδοχή της βαραίνει από οικογενειακούς υπολογισμούς. Θα ήταν εύκολο να τον περιορίσουμε στον ρόλο ενός άπληστου υποκριτή. Δραματουργικά, όμως, περισσότερο ενοχλεί η δυνατότητα να συνυπάρχουν μέσα του αληθινή επιθυμία και ιδιοτέλεια. Ο άνθρωπος μπορεί να συγκινείται ειλικρινά και συγχρόνως να προστατεύει ό,τι τον συμφέρει. Αυτή η συνύπαρξη δηλητηριάζει την εμπιστοσύνη της Αγνώστου. Ο Σάλτερ ασκεί μια περισσότερο απροκάλυπτη κυριαρχία. Η εξάρτησή του από την ηρωίδα γίνεται απαίτηση κατοχής. Όταν εμφανίζεται με μια δεύτερη γυναίκα, βαριά ψυχικά διαταραγμένη, την οποία παρουσιάζει ως πιθανή πραγματική Λουτσία, χρησιμοποιεί την αμφιβολία σαν όπλο. Ο Μπόφι, αντίθετα, στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αναγνώριση ενός προσώπου αρκεί για να αποκαταστήσει μια ζωή. Ανάμεσα στην κτητικότητα του ενός και στη βεβαιότητα του άλλου, η γυναίκα εξακολουθεί να στερείται τον χώρο να μιλήσει για τον εαυτό της. Η μεταπολεμική Ευρώπη αποτελεί την πληγωμένη ύλη του δράματος. Ο Μεγάλος Πόλεμος άφησε αγνοουμένους, διαλυμένες οικογένειες και ανθρώπους που επέστρεψαν αγνώριστοι. Η αστική κοινωνία επιχειρεί να αποκαταστήσει την τάξη με αναγνωρίσεις, συγγένειες και περιουσιακά δικαιώματα. Ωστόσο, κανένα πιστοποιητικό δεν εγγυάται ότι ένας άνθρωπος θα ξαναβρεί τη θέση του μέσα στη ζωή. Η απόσταση ανάμεσα στη νομική ταυτότητα και στη βιωμένη ύπαρξη γίνεται εδώ οδυνηρά θεατρική. Η δύναμη της κατασκευής βρίσκεται στην αντιστροφή της προσδοκίας μας. Περιμένουμε την αποκάλυψη που θα λύσει το μυστήριο και παρακολουθούμε την ηρωίδα να υπονομεύει την ίδια τη διαδικασία της απόδειξης. Το ανοιχτό τέλος δεν αποδεικνύει ότι καμία αλήθεια δεν υπάρχει. Αποκαλύπτει πόσο επισφαλής γίνεται η πρόσβασή μας σε αυτήν όταν την υποτάσσουμε στον φόβο και στην ανάγκη μας να δικαιωθούμε. Η αποχώρησή της με τον Σάλτερ διατηρεί όλο το βάρος ενός αδιεξόδου. Στη δική μου ανάγνωση, αυτή είναι η πιο σύγχρονη αιχμή του έργου: η απαίτηση να παραμένουμε αναγνωρίσιμοι για να θεωρούμαστε αγαπητοί. Στις οικογένειες, στις ερωτικές σχέσεις και στη δημόσια εικόνα μας, συχνά ανταμείβεται εκείνος που εκπληρώνει έναν αναμενόμενο ρόλο. Η Άγνωστη απαιτεί κάτι δυσκολότερο από την αναγνώριση της φωτογραφίας της: να λογαριάσουν την παρούσα συνείδησή της. Η τελευταία της αντίσταση αφήνει ένα αυστηρό ηθικό μέτρο. Η αγάπη κρίνεται και από την ελευθερία που παραχωρεί. Αλλιώς, το πολυπόθητο όνομα γίνεται η πιο ευπρεπής μορφή αιχμαλωσίας.
Ο έρωτας ζητά την αιωνιότητα, αλλά δοκιμάζεται στην ευθύνη μιας επόμενης ημέρας. Στη «Στέλλα» ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε φέρνει δύο εγκαταλειμμένες γυναίκες μπροστά στον ίδιο άνδρα και αφήνει την οδύνη τους να διαψεύσει τη βολική αριθμητική της αντιζηλίας. Το σκάνδαλο αρχίζει όταν εκείνες αναγνωρίζουν η μία στην άλλη έναν άνθρωπο που υποφέρει. Και η τραγωδία θεριεύει όταν αυτή η αναγνώριση αποδεικνύεται ανίσχυρη να προλάβει την καταστροφή. Η Σεσίλια, σύζυγος του Φερνάντο, φτάνει με την κόρη τους, τη Λούσι, στον τόπο όπου ζει η Στέλλα, επίσης εγκαταλειμμένη από εκείνον. Πριν αποκαλυφθεί ο κοινός δεσμός, οι γυναίκες πλησιάζουν μέσα από την εμπειρία της απουσίας. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς εδώ: ο Γκαίτε οικοδομεί πρώτα τη συμπάθεια και κατόπιν αποκαλύπτει την αιτία που θα μπορούσε να τη συντρίψει. Έτσι η επιστροφή του Φερνάντο δοκιμάζει μια ήδη γεννημένη ανθρώπινη συγγένεια. Ο Φερνάντο αγαπά, συγκινείται, μεταμελείται. Ωστόσο η συναισθηματική του ένταση δεν παράγει σταθερότητα. Κάθε παρουσία τον συνεπαίρνει τόσο ολοκληρωτικά ώστε η προηγούμενη υποχρέωση υποχωρεί από τη συνείδησή του. Η φυγή γίνεται ο τρόπος του να αναβάλλει το κόστος των επιλογών του. Δεν χρειάζεται να τον θεωρήσουμε υποκριτή για να αναγνωρίσουμε τον εγωκεντρισμό του: μπορεί κανείς να αισθάνεται ειλικρινά και συγχρόνως να αδικεί βαθύτατα. Η Λούσι δίνει στην αδικία συγκεκριμένο πρόσωπο. Πίσω από την περιπέτεια του εραστή υπάρχει ένα παιδί που στερήθηκε τον πατέρα. Η Στέλλα έχει οργανώσει την ύπαρξή της γύρω από την επιστροφή του αγαπημένου. Ο προστατευμένος κόσμος της διατηρεί την ευτυχία ως ανάμνηση και υπόσχεση, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για μια ζωή έξω από αυτήν. Η τρυφερότητά της συγκινεί επειδή είναι απροστάτευτη. Συγχρόνως τρομάζει η έκταση της εξάρτησής της: όταν ένας άνθρωπος γίνεται ο μοναδικός εγγυητής του νοήματος, η αποχώρησή του απειλεί ολόκληρη την αίσθηση του εαυτού. Η καταστροφή της φανερώνει πόσο επικίνδυνα στενεύει η ζωή όταν ανατίθεται ολόκληρη σε έναν άλλον. Η Σεσίλια διαθέτει διαφορετική αντοχή. Αναγνωρίζει τον πόνο της Στέλλας χωρίς να διαγράφει τον δικό της και επιχειρεί να επινοήσει μια συνύπαρξη πέρα από την αποκλειστικότητα. Η μεγαλοψυχία της, ωστόσο, σηκώνει ένα δύσκολο ερώτημα: πόση παραίτηση δικαιούται να απαιτεί η αγάπη από εκείνον που έχει ήδη αδικηθεί; Στη δική μου ανάγνωση, η πρότασή της εμπεριέχει ελευθερία αλλά και απελπισία. Προσπαθεί να διασώσει όλους, αναλαμβάνοντας ξανά την ευθύνη που ο Φερνάντο αδυνατεί να κρατήσει. Το πρώτο τέλος, του 1776, επέτρεπε αυτή την αντισυμβατική ένωση και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Το πάθος της «Θύελλας και Ορμής» διεκδικούσε δικαιώματα απέναντι στη θρησκευτική και κοινωνική περιφρούρηση του γάμου. Η μεταγενέστερη επεξεργασία, με τη συμβολή του Σίλερ, οδήγησε στην τραγική εκδοχή που παρουσιάστηκε το 1806 και ακούμε εδώ. Η αλλαγή αποτυπώνει μια μετατόπιση από την ανατρεπτική συμφιλίωση προς την καταστροφή. Στο τραγικό φινάλε η Στέλλα έχει ήδη πάρει δηλητήριο όταν ο Φερνάντο στρέφεται στην αυτοκτονία. Η σειρά έχει σημασία: η καταστροφή προηγείται της δυνατότητας συμφιλίωσης και την ακυρώνει. Δύσκολα, πάντως, θα ονόμαζα αυτό το τέλος αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Οι θάνατοι δεν αποδεικνύουν ότι η κοινωνία είχε δίκιο. Αφήνουν τη Σεσίλια και τη Λούσι να επωμιστούν όσα οι άλλοι δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν. Η τελική σιωπή βαραίνει περισσότερο από οποιαδήποτε καταδίκη. Σήμερα, μέσα σε συζητήσεις για ελεύθερες σχέσεις και προσωπική αυτονομία, η «Στέλλα» διατηρεί την οξύτητά της επειδή εξετάζει το τίμημα της ελευθερίας όταν αυτό καταβάλλεται άνισα. Καμία μορφή σχέσης δεν εξασφαλίζει από μόνη της δικαιοσύνη. Χρειάζονται αλήθεια, συναίνεση και έμπρακτη φροντίδα. Ο βαθύτερος απόηχος του έργου βρίσκεται για μένα εκεί: η αγάπη κρίνεται και από τη ζωή που επιτρέπει στον άλλον να συνεχίσει. Όποιος ζητά να αγαπηθεί οφείλει να αντέχει την ευθύνη της παρουσίας του. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρον
Η πιο επικίνδυνη στιγμή για έναν δημιουργό έρχεται όταν κάποιος αποφασίζει να μετατρέψει τη φαντασία του σε πραγματικότητα. Στο «Ένα σωτήριο τηλεφώνημα» του Κλοντ Φορτούνο, η ευγένεια μιας επίσκεψης γίνεται σταδιακά τελετουργία απειλής. Ένας συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών ανακαλύπτει πως η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που επινοεί τον φόνο και στον άνθρωπο που κινδυνεύει να δολοφονηθεί μετριέται σε λίγες προτάσεις. Κι ένα οικείο δωμάτιο αποκτά την ασφυκτική στενότητα μιας παγίδας. Ο Πασκάλ Ανσέλο δέχεται έναν άγνωστο που παρουσιάζεται ως θαυμαστής και επίδοξος ομότεχνός του. Η συζήτηση για τη συγγραφική τέχνη προσφέρει στον επισκέπτη το ιδανικό πρόσχημα: μπορεί να μιλά για εγκλήματα χωρίς αμέσως να προκαλεί συναγερμό. Όταν αποκαλύπτει ότι σχεδιάζει να σκοτώσει τον οικοδεσπότη του, όσα προηγήθηκαν αποκτούν αναδρομικά άλλο βάρος. Ο θαυμασμός γίνεται μέσο πρόσβασης και η φιλοξενία ακούσια παραχώρηση εδάφους. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη βαθμιαία δηλητηρίαση της συνηθισμένης συνομιλίας. Ο Ανσέλο καλείται να εγκαταλείψει την προνομιακή θέση του συγγραφέα που γνωρίζει την έκβαση. Στα βιβλία του μπορούσε να μοιράζει ενδείξεις, να καθυστερεί αποκαλύψεις και να αποφασίζει ποιος θα επιζήσει. Τώρα διαθέτει μονάχα την ατελή γνώση ενός φοβισμένου ανθρώπου. Η ευφυΐα του αποκτά δραματικό ενδιαφέρον επειδή δοκιμάζεται μέσα στην ευάλωτη σωματική του ύπαρξη. Κάθε λέξη πρέπει να κερδίζει χρόνο χωρίς να προδίδει τον τρόμο. Η αυτοκυριαρχία γίνεται επίπονη εργασία: να παρακολουθεί τον άλλον ενώ συγκρατεί τη δική του κατάρρευση. Απέναντί του, ο επισκέπτης μπορεί να διαβαστεί ως άνθρωπος που διεκδικεί την αναγνώριση μέσω της απόλυτης κυριαρχίας. Δεν του αρκεί να προτείνει μια ευρηματική αστυνομική υπόθεση. Θέλει έναν πραγματικό άνθρωπο υποταγμένο στην επινόησή του. Το «τέλειο έγκλημα» αποκαλύπτει έτσι μια ηθική αναπηρία της σκέψης: το θύμα αντιμετωπίζεται ως εξάρτημα μιας απόδειξης. Χωρίς να χρειάζεται ψυχιατρική ετικέτα, η συμπεριφορά του φανερώνει την τρομακτική αυτάρκεια εκείνου που θεωρεί τη δική του σύλληψη σημαντικότερη από την ύπαρξη του άλλου. Το τηλέφωνο εισάγει μια δεύτερη σκηνή μέσα στην πρώτη. Ο Ανσέλο πρέπει να μιλήσει ταυτόχρονα σε δύο ακροατές: στον άνθρωπο που τον επιτηρεί και στον άνθρωπο που ενδέχεται να καταλάβει. Η ίδια φράση αποκτά φανερό και υπόγειο νόημα. Εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη δύναμη της ηχητικής φόρμας: η παύση, η μεταβολή του τόνου και μια ανεπαίσθητη έμφαση μπορούν να μεταφέρουν όσα απαγορεύεται να ειπωθούν. Ο ακροατής επιστρατεύει τη δική του προσοχή, αναζητώντας μέσα στη φωνή το μήνυμα που πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Ως ιστορική ανάγνωση, η οικιακή αυτή πολιορκία συνδέεται με την ευρωπαϊκή μεταπολεμική αγωνία γύρω από την ασφάλεια της ιδιωτικής ζωής. Το σπίτι υπόσχεται προστασία, αλλά η πόρτα του ανοίγει και στην απειλή. Παράλληλα, το σταθερό τηλέφωνο συγκεντρώνει τη δυνατότητα επικοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου. Αυτή η υλική συνθήκη οργανώνει την ένταση: η πρόσβαση στον έξω κόσμο γίνεται ορατή, ελέγξιμη και επισφαλής. Σήμερα, με τις αδιάκοπες συνδέσεις και τις αναρίθμητες ειδοποιήσεις, το ερώτημα παραμένει οδυνηρά επίκαιρο: πόσο συχνά ακούμε πραγματικά εκείνον που επικοινωνεί μαζί μας; Ένα συγκαλυμμένο αίτημα βοήθειας απαιτεί κάτι περισσότερο από τεχνική διαθεσιμότητα. Απαιτεί προσοχή στον δισταγμό, στο ασυνήθιστο και στην απόκλιση από τον γνώριμο τρόπο ομιλίας. Προσωπικά, εκεί εντοπίζω τον βαθύτερο ανθρώπινο παλμό του έργου: στην ανάγκη να βρεθεί κάποιος που θα ακούσει πίσω από τις λέξεις. Η λιτότητα της κατασκευής είναι συγχρόνως δύναμη και όριο. Ο αντίπαλος κινδυνεύει να περιοριστεί σε μηχανισμό απειλής αν η ερμηνεία αρκεστεί στην επιδεικτική ψυχρότητα. Αντίστοιχα, η αγωνία χρειάζεται διακυμάνσεις για να μη γίνει μονότονη αναμονή. Το ουσιαστικό στοίχημα είναι να αισθανθούμε έναν άνθρωπο που παλεύει να διατηρήσει την πρωτοβουλία της ζωής του. Γιατί το έγκλημα αρχίζει να θεωρείται «τέλειο» όταν ο άλλος έχει ήδη διαγραφεί ως πρόσωπο. Και η αντίσταση αρχίζει τη στιγμή που η φ
Δύο κρεβάτια μέσα στο λευκό. Δύο άνθρωποι που μοιράζονται έναν χώρο χωρίς να μπορούν να κατοικήσουν ο ένας στην αγωνία του άλλου. Στον «Ερυθρό σταυρό», ο Σαμ Σέπαρντ μετατρέπει την καθημερινή συνομιλία σε επικίνδυνη τελετουργία: η λέξη εισχωρεί στο σώμα και η φαντασία αποκτά τη σκληρότητα ενός πραγματικού τραύματος. Η Κάρολ αισθάνεται άρρωστη. Μιλώντας για μια φανταστική κατάβαση στα Βραχώδη Όρη, βλέπει το κεφάλι της να αποχωρίζεται το σώμα και να προκαλεί μια φονική χιονοστιβάδα. Η εικόνα συνενώνει δύο τρόμους: την απώλεια του εαυτού και την ανεξέλεγκτη καταστροφή των άλλων. Η προσωπική δυσφορία διογκώνεται ώσπου καταπίνει τον κόσμο. Στη συνείδησή της, ακόμη και η απόδραση στη φύση μετατρέπεται σε καταδίκη. Όταν εκείνη αποχωρεί, ο Τζιμ παραδίδεται στη φαγούρα του. Οι ψείρες εγκαθιστούν μέσα στην αποστειρωμένη τάξη την πιο ταπεινωτική υπενθύμιση της σωματικότητας. Το σώμα αντιστέκεται στην καθαρή εικόνα που επιθυμούμε να προβάλλουμε. Πίσω από την κωμική αμηχανία του ξυσίματος αναδύεται ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι κάτι τον κατατρώει και χρειάζεται επειγόντως έναν άλλο άνθρωπο ως μάρτυρα της φθοράς του. Η Καμαριέρα εισέρχεται για να αλλάξει σεντόνια. Φέρνει την πρακτική λογική της εργασίας σε έναν χώρο όπου οι ένοικοι έχουν την πολυτέλεια να βυθίζονται στις εμμονές τους. Η κοινωνική αυτή ασυμμετρία αποκτά ιδιαίτερο βάρος: η γυναίκα που καλείται να καθαρίσει τα ίχνη των άλλων καταλήγει να υποστεί και τη φαντασία τους. Ο Τζιμ μετακινείται από την έκθεση της αδυναμίας του στην άσκηση εξουσίας. Το μάθημα κολύμβησης είναι ο δραματουργικός πυρήνας αυτής της μετακίνησης. Επάνω στα κρεβάτια, χωρίς πραγματικό νερό, οι οδηγίες αποκτούν ρυθμό προσταγής. Η Καμαριέρα ακολουθεί ώσπου η συμμετοχή γίνεται πανικός και το παιχνίδι εμπειρία πνιγμού. Ο άνθρωπος που προσφέρθηκε να διδάξει αποσύρει τη βοήθεια ακριβώς όταν γίνεται απαραίτητη. Εδώ βρίσκεται η αγριότερη ειρωνεία του έργου: η υπόσχεση προστασίας μπορεί να δημιουργήσει την εξάρτηση που επιτρέπει την εγκατάλειψη. Πρωτοπαρουσιασμένο το 1966, το μονόπρακτο ανήκει στην πρώιμη πειραματική διαδρομή του Σέπαρντ. Στην Αμερική της καταναλωτικής ευημερίας, της κοινωνικής αμφισβήτησης και του πολέμου στο Βιετνάμ, η λευκή επιφάνεια μπορεί να διαβαστεί ως εικόνα μιας ασφάλειας που αδυνατεί να περιλάβει τη βία της εποχής. Πρόκειται για ερμηνευτική δυνατότητα, όχι για πολιτικό κώδικα με μία υποχρεωτική αποκρυπτογράφηση. Το δωμάτιο παραμένει τρομακτικό ακριβώς επειδή δεν εξαντλείται σε μία εξήγηση. Η δύναμη της γραφής βρίσκεται στη μετάβαση από το γελοίο στο οδυνηρό χωρίς προειδοποίηση. Η εκτενής παρασιτολογία και η επανάληψη των προσταγών δοκιμάζουν την υπομονή, αλλά αυτή η δοκιμασία υπηρετεί την παγίδευση του θεατή. Το γέλιο δυσκολεύεται σταδιακά να βρει αθώα θέση. Η γλώσσα γίνεται μέσο επιβολής, μια δύναμη που απορροφά την αυτονομία του ακροατή, όπως επισημαίνει και η παρουσίαση του έργου από τον εκδότη του. Η επιστροφή της Κάρολ επαναφέρει την καθημερινότητα χωρίς να αποκαθιστά την τάξη. Το ξύσιμο και το αίμα στο πρόσωπο του Τζιμ επιτρέπουν να διαβάσουμε τους φόβους ως συμπτώματα που αλλάζουν φορέα. Δεν αποδεικνύουν έναν συγκεκριμένο μηχανισμό μετάδοσης. Η αμφισημία κρατά ανοιχτή την πληγή της ερμηνείας. Σήμερα, όταν μια οθόνη αρκεί για να κυκλοφορήσει ένας πανικός, η δραματουργία αυτή αποκτά οδυνηρή οικειότητα. Προσωπικά, με συγκλονίζει περισσότερο η ευθύνη του ομιλητή παρά το αίνιγμα της ασθένειας. Πόσο χώρο αφήνουμε στον άλλο όταν του παραδίδουμε τον φόβο μας; Ο τίτλος υπόσχεται περίθαλψη, όμως το δωμάτιο στερείται έμπρακτης φροντίδας. Το τελικό κόκκινο σημάδι απαιτεί να αναγνωρίσουμε εκείνον που υποφέρει πριν τον χρησιμοποιήσουμε ως σκηνή του δικού μας δράματος. Γιατί η ανθρώπινη παρουσία κρίνεται τη στιγμή που ο άλλος ζητά βοήθεια και περιμένει την απάντησή μας. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Μετάφραση - Ραδιοσκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλο
00:00 Πρόλογος 01:10 Η διπλή σκευωρία 26:57 Ο Ένοχος Με Τα Καθαρά Χέρια 53:22 Λάδι στη φωτιά 1:21 επίλογος Το έγκλημα αρχίζει συχνά πριν παραβιαστεί ο νόμος: τη στιγμή που ένας άνθρωπος υπολογίζει πόσο θα ωφεληθεί από την καταστροφή κάποιου άλλου. Στη «Διπλή Σκευωρία», στον «Ένοχο Με Τα Καθαρά Χέρια» και στο «Λάδι στη φωτιά», ο Φιλίπ Λεβίν τοποθετεί αυτόν τον υπολογισμό μέσα στην καθημερινότητα. Ένας γάμος, ένα χρεωμένο θέατρο, ένα σπίτι με ενοικιαζόμενα δωμάτια μετατρέπονται σε πεδία ηθικής δοκιμασίας. Το μυστήριο αποκτά βάρος επειδή προηγείται μια αναγνωρίσιμη ανθρώπινη συναλλαγή. Στη «Διπλή Σκευωρία», ο γάμος του Γουόλτερ Κλίφορντ με την Έμμα έχει ήδη υποθηκευτεί στην οικονομική σκοπιμότητα. Εκείνος βρήκε στον πλούτο της κοινωνική ασφάλεια· τώρα που τα χρήματα λιγοστεύουν, αποκαλύπτεται η επισφάλεια μιας σχέσης στηριγμένης στο όφελος. Η αμοιβαία ασφάλιση ζωής, ύψους δεκαπέντε χιλιάδων λιρών, εισάγει μια τρομακτική αριθμητική: ο θάνατος του συντρόφου αποκτά συγκεκριμένη χρηματική αξία. Η προστασία γίνεται ενδεχόμενο κίνητρο. Η ασθένεια της Έμμας και η σχέση του Γουόλτερ με την υπηρέτρια Τζένι Ρόμπερτς περιπλέκουν αυτήν την εξίσωση. Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή: η δυσφορία μιας άρρωστης γυναίκας δεν αποτελεί ηθικό ελαφρυντικό για εκείνον που την προδίδει. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο Γουόλτερ μπορεί να μετατρέπει την ενόχλησή του σε δικαιολογία. Η Τζένι, μέσα στην εξάρτηση της υπηρετικής εργασίας, προσθέτει την ταξική ανισότητα στην ερωτική σύγκρουση. Πόσο ελεύθερη είναι μια επιθυμία όταν εκδηλώνεται μέσα σε σχέση εξουσίας; Στον «Ένοχο Με Τα Καθαρά Χέρια», η οικονομική ασφυξία μεταφέρεται στον δημόσιο χώρο του θεάτρου. Οι συνιδιοκτήτες Άλαν και Κλάιβ Ρόμπερτς βλέπουν την τελευταία δυνατότητα αξιοποίησης του κτιρίου να κλείνει μετά την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Η πυρκαγιά που ακολουθεί μετατρέπει την επιχειρηματική αποτυχία σε ασφαλιστική υπόθεση. Το ίδιο το θέατρο αποκτά ειρωνική λειτουργία: εκεί όπου κατασκευάζονται σκηνικές ψευδαισθήσεις, οι ιδιοκτήτες καλούνται τώρα να παρουσιάσουν πειστικές εκδοχές της αθωότητάς τους. Ο πραγματογνώμονας αντιπαραθέτει στα άλλοθι την ακρίβεια της παρατήρησης. Οι μικρές λεπτομέρειες υπονομεύουν τις μεγάλες διαβεβαιώσεις. Έτσι, ο τίτλος αποκτά ευρύτερο ηθικό περιεχόμενο: τα καθαρά χέρια δεν πιστοποιούν αναγκαστικά καθαρή συνείδηση. Η ευθύνη απαιτεί εξέταση της πρόθεσης, της γνώσης και του οφέλους. Οι αλληλοκατηγορίες των ξαδέλφων φανερώνουν επίσης πόσο εύθραυστη γίνεται η συγγένεια όταν καθένας αντιμετωπίζει τον άλλον ως πιθανό σωσίβιο ή εξιλαστήριο θύμα. Στο «Λάδι στη φωτιά», η ένταση γεννιέται από την οικιακή συμβίωση. Ο κύριος Μίλερ, με το επίμονο τηγάνισμά του, καταλαμβάνει αισθητηριακά έναν χώρο όπου όλοι αναγκάζονται να ανέχονται τους άλλους. Οι μυρωδιές κάνουν την ιδιωτική ζωή κοινόχρηστη. Όταν κερδίζει το λαχείο και ανακοινώνει ότι θα φυλάξει τα χρήματα στο δωμάτιό του, η παρουσία του αποκτά διαφορετικό βάρος. Ο ενοχλητικός γείτονας γίνεται κάτοχος ενός πλούτου προκλητικά κοντινού και φαινομενικά προσιτού. Η κυρία Τιρς και οι ένοικοι συνθέτουν μια κοινότητα της οποίας η ευγένεια δοκιμάζεται από την άνιση τύχη. Η ζήλια εδώ έχει κοινωνική ακρίβεια: γεννιέται από τη σύγκριση ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται στερήσεις. Δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε το τηγάνισμα ψυχολογική διάγνωση του Μίλερ. Αρκεί να δούμε τη συνήθεια ως προσωπικό καταφύγιο, το οποίο η ξαφνική δημοσιότητα του κέρδους εκθέτει στην επιβουλή. Οι λίρες, οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις, η υπηρετική εργασία και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια συγκροτούν έναν βρετανικό κοινωνικό ορίζοντα όπου η αξιοπρέπεια συνδέεται στενά με την οικονομική θέση. Η σημερινή ανασφάλεια κάνει αυτόν τον κόσμο οδυνηρά οικείο. Εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ευκολία με την οποία η ανάγκη επιστρατεύεται ως άδεια αδικίας. Ο Λεβίν μάς κρατά κοντά στους υπόπτους, αρκετά κοντά ώστε να αναγνωρίζουμε τις δικαιολογίες τους. Η τελική δοκιμασία αφορά το όριο που διατηρούμε όταν το συμφέρον μάς καλεί να το παραβούμε. Γιατί η σ